Εθνολογία Λαογραφία Πολιτισμός

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ (Επιλογές άρθρων από την ΜΕΛ.ΚΟΚ. φοιτ. Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών):











****

  1. yaunatakabara blogspot com
  2.  ΜΠΑΜΠΟΥΓΕΡΑ ΚΑΛΗΣ ΒΡΥΣΗΣ
  1. Παρατηρητής Της Θράκης
25. Το έθιμο της «λουκανικοφαγίας», στο Βελβεντό Κοζάνης
26. Οι Γιορτές της Γης είναι ένα οικολογικό και πολιτιστικό φεστιβάλ στο χωριό Βλάστη Κοζάνης 
27. Στο 1ο Αντάμωμα Αρβανιτών στο Νέο Χειμώνιο ο Πολιτιστικός Σύλλογος Παραδημής

28. Κορδελιό-Εύοσμος: Αναβίωση του εθίμου της Λαζαρίνας

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ:

40. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;

41. Ο ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΠΡΙΓΚΗΠΟ

-------------------

42. Οι ομογενείς Πόντιοι αναβίωσαν το έθιμο «του Θωμά σα Ταφία»

43. Γιορτάσθηκε το “Καλέ Παναϊρ” στο Διδυμότειχο

44. Σιάτιστα: Αναβιώνει στη γιορτή της Παναγίας το έθιμο των Καβαλάρηδων

45.Πεταλωτές κι υφάντρες πιάνουν δουλειά στην Καστοριά

 

 
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

(Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν)
Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με το γλωσσικό ιδίωμα (εντόπια/εντόπικα) των γηγενών της Μακεδονίας:
1. Ποια είναι η εθνική συνείδηση, άρα και η εθνοτική ταξινόμηση των ομιλητών αυτού του ιδιώματος;
2. Τι ακριβώς είναι αυτό το ιδίωμα από γλωσσολογική σκοπιά;
Το πρώτο ερώτημα έχει απαντηθεί ήδη από καιρό, τόσο επιστημονικώς, όσο και από την ίδια την στάση της συντριπτικής πλειονότητας των γηγενών Μακεδόνων: Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού έθνους από αιώνες.
Ως προς την επιστημονική διάσταση του θέματος τώρα, υπενθυμίζω απλώς ότι οι παλαιότερες αντιλήψεις, όπως π.χ. οι αρχαιοελληνικές διατυπώσεις για το «όμαιμον, ομόγλωσσον και ομότροπον» (Ηρόδοτος, Η΄144) έχουν απολέσει το ιστορικό-γεωγραφικό τους πλαίσιο και έχουν ατονήσει σε μεγάλο βαθμό, εδώ και αρκετούς αιώνες, λόγω των εκτεταμένων μετακινήσεων των ανθρωπίνων πληθυσμών, αλλά και των αλλεπάλληλων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών μεταβολών που σημειώθηκαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σε προηγούμενα ιστορικά στάδια οι λαοί είχαν σχετικώς ευδιάκριτα ανθρωπολογικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να ήταν κατά κανόνα εύκολη η κατάταξη κάποιου ατόμου σε συγκεκριμένο Έθνος. Έτσι, από τα βασικά στοιχεία διάκρισης ήσαν πρωτίστως η Γλώσσα και η Θρησκεία του, και επί πλέον, τα ήθη και τα έθιμά του, οι φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.λπ. αντιλήψεις του. Στην αρχαιότητα, για παράδειγμα, ένας Έλληνας, ένας Πέρσης και ένας Αιγύπτιος, διακρίνονταν μεταξύ τους πανεύκολα, λόγω των βαθύτατων διαφορών, που υπήρχαν ανάμεσα τους, σε σχέση με τα προαναφερθέντα πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Στην σημερινή εποχή όμως αυτές οι διακρίσεις έχουν γίνει πολύ δυσκολότερες, λόγω της αυξημένης κινητικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι δεν επιθυμούν να έχουν καμία σχέση με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθοδόξους όμως Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά αισθάνονται μέλη ενός διαφορετικού έθνους.
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο το σλαβογενές ιδίωμα, στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερειακά παρακάτω, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Τι είναι όμως αυτό το διαβόητο γλωσσικό ιδίωμα, που ορισμένοι προσπαθούν κατά καιρούς να το επαναφέρουν στο προσκήνιο και να το χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό επιχείρημα;
Θα επιχειρήσω αρχικά μια γλωσσολογική ενημέρωση/ανάλυση.
2. ΓΛΩΣΣΕΣ, ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ
Από την αρχική εμφάνισή τους στην Γη, τα ανθρώπινα όντα χρησιμοποίησαν την γλώσσα ως κύριο μέσο επικοινωνίας (και όχι μόνον, όπως θέλουν να μας πείσουν κάποιοι μεταμοντέρνοι γλωσσολόγοι, που υποστηρίζουν μια εργαλειακή αντίληψη περί γλώσσας), παράλληλα με άλλους τρόπους (χειρονομίες, στάσεις του σώματος κ.λπ.). Στο ζήτημα αυτό, οφείλουμε να θυμόμαστε την περίφημη ρήση του φιλοσόφου Λ. Βίττγκεστάϊν (Ludwig Wittgenstein, 1889-1951): «Τα όρια της γλώσσας μου, καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου» (Tractatus Logico-philosophicus).
Ένα από τα μεγάλα και πρακτικά ανεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια ένα ομιλούμενο γλωσσικό ιδίωμα είναι απλώς μια διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα; Η προαναφερθείσα Σερβοκροατική αποτελεί μια ενιαία γλώσσα απλώς με δύο διαλέκτους (Σερβική–Κροατική) ή έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικές γλώσσες;
Όπως προανέφερα, η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί μέχρι προσφάτως και επομένως άλλα κριτήρια χρησιμοποιούνται π.χ. πολιτική βούληση. Με βάση τους νόμους της Γλωσσολογίας είναι βέβαιον ότι εφ’ όσον οι δύο αυτές διαφορετικές κρατικές οντότητες (Σερβία – Κροατία) συνεχίσουν να υπάρχουν για τα επόμενα 100–200 χρόνια, το αναμενόμενο είναι να προκύψουν τελικώς δυο πραγματικά ξεχωριστές γλώσσες. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βάϊνράϊχ «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού / κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα. Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache – Abstandsprache – Dachsprache [1], δανεισμένων από την Γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα.
Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, που συνιστούν οι λεγόμενες βοηθητικές/συμπληρωματικές γλώσσες (auxiliary languages). Δυστυχώς δεν υπάρχει ακριβής ελληνική ορολογία και έτσι θα χρησιμοποιήσω αναγκαστικά τους ξένους όρους. Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα (Lingua Franca)[2], κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα». Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή[3], με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklish.
Συνώνυμος με τον όρο Λίγκουα Φράγκα είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες χωρίς να είναι η μητρική τους π.χ. τα Αγγλικά είναι (επίσημη) δευτερεύουσα γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contact language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin, «σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό. Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα (Creole language)[4].
3. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά και διευκρινιστικά, ας έλθουμε στο ζητούμενο. Τι ακριβώς είναι λοιπόν αυτό το ιδίωμα των γηγενών Μακεδόνων (το «μακεδονικό πίτζιν», όπως το ονομάζω) και ποιοι είναι αυτοί οι «Σλαβόφωνοι» χρήστες του;
Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά αμιγείς σλαβόφωνοι, αλλά δίγλωσσοι (ελληνικά-σλαβικά) και ελάχιστοι από τους νεώτερους μπορούν να μιλήσουν με ευχέρεια αυτό το ιδίωμα, η εξέλιξη του οποίου σταμάτησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έτσι έλειψαν πάμπολλες λέξεις του καθημερινού λεξιλογίου (κυρίως όροι Διοίκησης, Τεχνολογίας κ.λπ.), οι οποίες υποκαταστάθηκαν από ελληνικές. Εκφράσεις του τύπου «κι όνταμ να Νομαρχία-τα» (=θα πάω στην Νομαρχία), «κι γκου κάζιαμ να Δήμαρχό-του[5]» (=θα το ’πω στον Δήμαρχο), αποτελούν αστείρευτη πηγή τοπικών ανεκδότων και πειραγμάτων.
Αυτοί λοιπόν οι δίγλωσσοι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου, κυρίως στην Κ.Δ. Μακεδονία, είναι απόγονοι χριστιανικών πληθυσμών, που επί Τουρκοκρατίας ζούσαν στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης «Ιστορικής Μακεδονίας». Έχουν ελληνική καταγωγή, αλλά πιθανότατα έχουν αφομοιώσει και σλαβικά στοιχεία που είχαν εγκατασταθεί κατά τους βυζαντινούς χρόνους στην περιοχή[6], τα οποία στην συνέχεια εκχριστιανίσθηκαν και εξελληνίσθηκαν (γλωσσικά και πολιτιστικά).
Σύμφωνα με τον αείμνηστο γλωσσολόγο Νικ. Ανδριώτη (στον συλλογικό τόμο «Η γλώσσα της Μακεδονίας» – “Ολκός” Αθήνα 1992, σελ. 211), η σλαβική γλώσσα άρχισε να διαδίδεται επί Βυζαντίου στην βόρεια Μακεδονία με τους εξής τρόπους:
α. Από Σλάβους δούλους, που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν στα κτήματά τους ως αγρότες
β. Από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων, που έμαθαν σλαβικά και μετά την απελευθέρωσή τους και επάνοδό τους, συνήθως μετά από αρκετά χρόνια, εξακολουθούσαν να τα χρησιμοποιούν και
γ. Οι συναλλασσόμενοι με Σλάβους Έλληνες μάθαιναν εύκολα σλαβικά, ενώ ή εκμάθηση της ελληνικής από τους Σλάβους ήταν δύσκολη.
Η εμφάνιση αυτού του ιδιώματος (που δεν χρειάστηκε ποτέ γραφή) ανιχνεύεται κάπου στον 18ο αιώνα[7] (οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξή του χρονολογούνται γύρω στο 1790[8] – βλ. J.P. Mallory–D.Q. Adams: The Oxford Introduction to Proto-Indo-European and the Proto-Indo-European World – Oxford 2006, σελ. 26) και η δημιουργία του είχε καθαρά χρηστικούς και πρακτικούς λόγους. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν ένα πολύχρωμο φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Τούρκοι κατακτητές, Τουρκομάνοι νομάδες (Γιουρούκοι), Αθίγγανοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βόσνιοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι (Ισπανοεβραίοι Σεφαρδίμ) κ.λπ. που μιλούσαν τουρκικά, ρομά (μια ινδική διάλεκτο), ελληνικά, βλάχικα, βουλγαρικά, σερβοκροατικά, αλβανικά, αρμενικά, εβραϊκά (Λαντίνο και Γίντις) και ήσαν μουσουλμάνοι, χριστιανοί (Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ιουδαίοι. Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης, ένα είδος Λίγκουα Φράγκα. Βαθμιαία λοιπόν εμφανίσθηκε αυτό το ιδίωμα, μια γλώσσα πίτζιν, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ή σωστότερα, προέκυψε, που χρησιμεύει ακόμα και σήμερα! (Βλ. πρόσφατη – Άνοιξη 2011 – επίσκεψη σε χωριά της Αλμωπίας απογόνων μουσουλμάνων κατοίκων που μεταφέρθηκαν στην Μ. Ασία με την ανταλλαγή των πληθυσμών).
Είχε ως βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο[9], όπως αποδείχθηκε από τις γλωσσολογικές έρευνες (βλ. Ι. Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας Ι.Μ.Χ.Α. – Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 15-16) και στον κορμό αυτόν προστέθηκαν ένα πλήθος από ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες και αλβανικές λέξεις[10]. Γενικώς, η πλειοψηφία των γλωσσολόγων συµφωνεί ότι παρουσιάζει περισσότερες, µορφολογικές κυρίως, οµοιότητες µε την βουλγαρική γλώσσα και λιγότερες, φωνολογικές κυρίως, µε την σερβική [11]. Στα χρόνια εκείνα της γενικευμένης αγραμματοσύνης και απαιδευσίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, το ιδίωμα που προέκυψε αποδείχθηκε πολύ εύκολο[12] στην εκμάθηση και εξυπηρετικότατο για τις καθημερινές ανάγκες. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει τους μελετητές είναι η ευκολία υιοθέτησής του από αλλόγλωσσους και η μετατροπή του στο κύριο και συχνά στο αποκλειστικό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας!
Υπάρχουν καταγεγραμμένες πολυάριθμες τέτοιες μεταλλαγές, όχι απλώς σε ατομικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο ολόκληρων ομάδων. Έτσι, υπάρχουν γνωστές περιπτώσεις, καταγεγραμμένες και στην βιβλιογραφία π.χ. βλαχόφωνων χωριών στην περιοχή της Κ.Δ. Μακεδονίας, που έγιναν σλαβόφωνα[13]. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σλαβόφωνων (!) Αθίγγανων (Ρομ, Ρομά) σε περιοχές της Μακεδονίας: Μέχρι σήμερα διατηρούνται συνοικισμοί αθιγγάνων (η ινδική καταγωγή των οποίων είναι εμφανέστατη σε όποιον διαθέτει έστω και στοιχειώδεις γνώσεις εθνολογίας) στις πόλεις Έδεσσα (Καραμάν), Νάουσα (Άγ. Γεώργιος) και Βέροια, αλλά και σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι των οποίων είναι σλαβόφωνοι τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα. Επιστημονική μελέτη αυτού του φαινομένου δεν έχει γίνει, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η δε συνήθης λαϊκή ερμηνεία ότι οι ελληνόφωνοι χωρικοί γίνονταν σλαβόφωνοι για να αποφύγουν το παιδομάζωμα των Τούρκων, δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πειστική (Άποψη που υποστηρίχθηκε και από τον λογοτέχνη Χρ. Χρηστοβασίλη, στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνισμός» τεύχος 9ο – Σεπτέμβριος 1903, σελ. 683). Είναι πάντως εξ ίσου περίεργο το ότι ποτέ δεν δόθηκε πειστική εξήγηση από βουλγαρικής πλευράς (η οποία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ισχυριζόταν ότι όλοι οι σλαβόφωνοι είναι Βούλγαροι), για ποιόν λόγο οι Βούλγαροι της Μακεδονίας θα εγκατέλειπαν μαζικά την μητρική τους γλώσσα και θα υιοθετούσαν ένα σλαβογενές ιδίωμα, που έπρεπε να το μάθουν εκ των υστέρων!
Υποστηρίζω λοιπόν ότι αυτό το ιδίωμα προέκυψε, αρχικά στην μακεδονική ύπαιθρο, ως pidgin ή «σπασμένα βουλγαρικά», για να το πούμε διαφορετικά και κατέληξε τελικώς σε Κρεολή γλώσσα, ανομοιογενών πληθυσμών, όπως προανέφερα, οι οποίοι το αναβάθμισαν για διαφόρους λόγους σε μητρική γλώσσα, σε κύριο γλωσσικό όργανο. Αυτό το ιδίωμα, επαναλαμβάνω και τονίζω διότι έχει μεγάλη σημασία, δεν απέκτησε ποτέ γραφή. Επομένως, στερείται πεζογραφίας, ποίησης και γενικά λογοτεχνίας, ενώ αντίθετα υπάρχουν τραγούδια, η παραγωγή των οποίων σταμάτησε ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα, για προφανείς λόγους[14]. Ένα από τα πιο γνωστά είναι και το χαρακτηριστικό «Μπάμπα ι Πόστολ» (Η γιαγιά και ο Αποστόλης), στο οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτή η διαφοροποίηση των σλαβόφωνων γηγενών από τους Βούλγαρους, όπως εξ άλλου προκύπτει και από σχετικές παροιμίες[15].
Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι η σοβαρότερη προσπάθεια για την ανάδειξη του ιδιώματος των γηγενών σε γλώσσα, ήσαν οι εργασίες του Χρίστο Μισίρκοφ (Krsto Misirkov, 1874-1926), από την Παλαιά Πέλλα (τότε Απόστολοι) και κυρίως το βιβλίο του, που τυπώθηκε το 1903 στο τυπογραφείο της «Φιλελεύθερης Λέσχης» στην Σόφια, με τον τίτλο «Για τις μακεδονικές υποθέσεις» (Кръстьо П. Мисирков: За Македонцките Работи, София, Печатница на „Либералний Клубъ“ 1903). Στο βιβλίο αυτό ο Μισίρκωφ ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για την δημιουργία μιας επίσημης φιλολογικής «μακεδονικής» γλώσσας με βάση την «μακεδονική» (=βουλγαρική) διάλεκτο της βόρειας Μακεδονίας, η οποία έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα φωνητικό (κυριλλικό) αλφάβητο. Το βιβλίο του Μισίρκοφ εντάσσεται στην γενικότερη στροφή που σημειώνεται στους ανώτερους βουλγαρικούς κύκλους με την εγκατάλειψη της στρατηγικής του βίαιου εκβουλγαρισμού των γηγενών σλαβοφώνων της Μακεδονίας και την υιοθέτηση της καλλιέργειας του «Μακεδονισμού», όταν διαπιστώθηκε ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας αντιδρούσαν στον εκβουλγαρισμό τους και γενικότερα ότι οι βουλγαρικές θέσεις δεν εύρισκαν ανταπόκριση στους κατοίκους της Μακεδονίας, χωρίς την χρήση βίας. Πρωτεργάτης αυτής της νέας στρατηγικής ήταν ο διαβόητος Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος ανέλαβε από το 1895 να εφαρμόσει την θεωρία περί «Μακεδόνων» και «ανεξάρτητης Μακεδονίας».
Η πατρότητα πάντως του «Μακεδονισμού» ανήκει στους Σέρβους [16] και αργότερα υιοθετήθηκε από τους Βουλγάρους, οι οποίοι βεβαίως ποτέ δεν πίστεψαν στο κατασκεύασμα αυτό και πολύ περισσότερο δεν αισθάνθηκαν «Μακεδόνες». Σε επιστολή του με ημερομηνία 1 Μαΐου 1899 προς τον φίλο του Κόλιο Μαλεσέβσκι (Nikola Maleshevski), ο Γκότσε Ντέλτσεφ ομολογούσε ότι ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Βούλγαρος (Αναφέρεται στην βιογραφία του Ντέλτσεφ από τον στενό του φίλο και συνεργάτη Πέϊο Γιαβόρωφ).
Σόφια, 1 Μαΐου 1899,
Κόλιο (=σλαβικό υποκοριστικό του Νικόλα),
Έχω λάβει όλες τις επιστολές που στέλνονται από σας και μέσω από σας. Μην επιτρέψουμε  τα σχίσματα και τις  ρήξεις να μας εκφοβίσουν. Είναι, πράγματι, δυστυχία, αλλά τι μπορεί να κάνουμε, δεδομένου ότι είμαστε Βούλγαροι και όλοι πάσχουμε από μια κοινή ασθένεια. Εάν αυτή η ασθένεια δεν ήταν παρούσα στους προγόνους μας, από τους οποίους την κληρονομήσαμε, δεν θα είχαν πέσει ποτέ κάτω από το σκήπτρο του Τούρκου Σουλτάνου…»
Επίσης, ο εφευρέτης της «μακεδονικής» γλώσσας, ο προαναφερθείς Χρίστο Μισίρκωφ, έγραφε το 1924 ότι: «…Εμείς (οι Σλάβοι της Μακεδονίας) είμαστε περισσότερο Βούλγαροι από εκείνους της Βουλγαρίας…» [“Ние сме българи, повече българи от самите българи в България“ — Kръстe Мисирков “We are Bulgarians, more Bulgarians than the Bulgarians themselves in Bulgaria ” — Kr'ste Misirkov].
Για όσους τυχόν γνωρίζουν βουλγαρικά, τους παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα Vesti.bg (http://news.netinfo.bg/?tid=40&oid=995281) όπου υπάρχει το εκπληκτικό άρθρο «Как “бащата на македонизма” Кръстьо Мисирков се оказа чист българин» (Πώς ο «πατέρας του μακεδονισμού» Χρίστο Μισίρκωφ αποδεικνύεται καθαρός Βούλγαρος).
Στους τρεις χάρτες που παραθέτω στο τέλος του κειμένου παρατηρούμε τις διαφορετικές αντιλήψεις Σέρβων και Βουλγάρων που διεκδικούν ο καθένας για λογαριασμό του το γλωσσικό ιδίωμα, ισχυριζόμενοι οι μεν πρώτοι ότι πρόκειται για μια Σερβική διάλεκτο (“Σερβομακεδονικά”, Χάρτης 1), οι δε Βούλγαροι ως Βουλγαρική διάλεκτο και τους κατοίκους της Μακεδονίας ως Βουλγάρους (Χάρτης 2). Αξιοπρόσεκτος είναι ο «γλωσσολογικός» Χάρτης 3 των Σκοπιανών, οι οποίοι ανακάλυψαν δεκάδες διαλέκτους και υποδιαλέκτους της «Μακεδονικής» γλώσσας, μια γλωσσολογική απιθανότητα!
Τέλος, νομίζω ότι θα πρέπει να αναφερθώ και σε μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση «πλαστής ταυτότητας» και εθνολογικής χειραγώγησης.
Πρόκειται για τους δύο πιο γνωστούς και διάσημους από τους αδελφούς Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови), τους Ντιμίταρ (Δημήτριος) και Κονσταντίν (Κωνσταντίνος), οι οποίοι θεωρούνται πρωτοπόροι και ιδρυτές της βουλγαρικής Λαογραφίας με το περίφημο έργο τους «Βουλγαρικά Δημοτικά Τραγούδια» (1861), που θεωρείται κλασσικό. Ο Κονσταντίν θεωρείται επιπλέον ένας από τους σπουδαιότερους Βούλγαρους ποιητές. Πολύ γνωστά είναι τα ποιήματά του «Τ’γκά ζα γιούγκ» (ТЪГА ЗА ЮГ) = «Νοσταλγία για τον Νότο», καθώς και το συγκινητικό ερωτικό ποίημα «Μπίσερα» (= Μαργαριτάρια), γραμμένο στο στυλ της δημοτικής ποίησης και ένα από τα 15 συνολικά ποιήματα που πρόλαβε να γράψει πεθαίνοντας σε ηλικία 32 ετών στις τουρκικές φυλακές της Κωνσταντινούπολης από τύφο, μαζί με τον συγκρατούμενο, μεγαλύτερο (κατά 20 χρόνια), αδελφό του Ντιμίταρ.
Πρέπει να τονιστεί ότι η οικογένεια Κωνσταντίνου ή Μιλαδίνη ήσαν Βλάχοι από την Μοσχόπολη, που εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Στρούγκα στην λίμνη της Αχρίδας, τα δυο αδέρφια μάλιστα σπούδασαν στα Γιάννενα (στην Ζωσιμαία Σχολή), ο δε Κονσταντίν τελείωσε στην συνέχεια το φιλολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα, το 1844 «πείστηκαν» από τον Ρώσσο καθηγητή Βίκτορ Γκριγκόροβιτς ότι είναι Βούλγαροι και ανέπτυξαν ανθελληνική δραστηριότητα. (Ο σλαβολόγος καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, εντόπισε στα αυτοκρατορικά αρχεία της Αγίας Πετρούπολης επιστολή του Ρώσου Γενικού Προξένου στην Κωνσταντινούπολη Μιχαήλ Αλεξάνδροβιτς Χίτροβο, ο οποίος ζητούσε (1864) να καταβληθεί οικονομική ενίσχυση στην χήρα του Δημητρίου Μιλαντίνοφ, «διότι αυτός απέθανε στην υπηρεσία του αυτοκράτορα» [17].
Οι αδελφοί Μιλαντίνωφ θεωρούνται και προβάλλονται ως πρωτεργάτες της «μακεδονικής» Φιλολογίας από τους Σκοπιανούς. Παρ’ όλα αυτά το Εθνικό Μουσείο των Σκοπίων απαγορεύει την έκθεση των έργων τους, λόγω της ύπαρξης των επιθέτων «βουλγαρικός», «βουλγαρικά». Σχετικά πρόσφατα μάλιστα, ξέσπασε μεγάλος θόρυβος και υπήρξαν έντονες αντιδράσεις στην Βουλγαρία, όταν στις αρχές του 2008 η σκοπιανή υπηρεσία των Κρατικών Αρχείων σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σόρος εξέδωσαν φωτοτυπημένο από το πρωτότυπο το προαναφερθέν βιβλίο, από το οποίο όμως έλειπε το επάνω μέρος του εξωφύλλου που περιείχε το επίθετο «Βουλγαρικά» και έμεινε ο τίτλος «Δημοτικά Τραγούδια»!
Αλλά «τι χρείαν άλλων μαρτύρων έχουμε», όταν ακόμα και ο πρώην Πρωθυπουργός των Σκοπίων και αρχηγός του ισχυρού σωβινιστικού κόμματος Β.Μ.Ρ.Ο. των Σκοπίων, ο Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι (όπως και δεκάδες χιλιάδες άλλοι Σκοπιανοί συμπατριώτες του), σχετικά πρόσφατα, ζήτησαν και έλαβαν την βουλγαρική υπηκοότητα. Ο Γκεοργκίεφσκι μάλιστα, με δηλώσεις του στον σκοπιανό και στον βουλγαρικό Τύπο, εξεδήλωσε την πρόθεσή του να διορισθεί πρέσβυς της Βουλγαρίας στα Σκόπια, ασφαλώς μοναδική περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο ελληνομαθής Βούλγαρος ποιητής, πολιτικός και πατριώτης (πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων) Πέτκο Σλαβέϊκωφ (1827-1895), υπήρξε δεδηλωμένος εχθρός του «Μακεδονισμού», με θεωρητική τεκμηρίωση και επιχειρηματολογία, που αποτυπώθηκαν κυρίως στο περίφημο άρθρο του, με τίτλο “Македонският въпрос” («Το Μακεδονικό Ζήτημα»), το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1871 στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», που εξέδιδε (1866-1872) ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη [18], πριν υπάρξει η επίσημη στροφή της Βουλγαρίας προς τον «Μακεδονισμό», στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.
Είναι πάντως άξια θαυμασμού η μεθοδικότητα και η ευφυής επιλογή των στόχων της σκοπιανής προπαγανδιστικής μηχανής. Ξεκίνησαν από το γλωσσικό και βαθμιαία προχώρησαν σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα με αποκορύφωμα την δημιουργία «κόμματος» την δεκαετία του 1980. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 όταν με ρωτούσαν αν γνωρίζω το ιδίωμα, η ερώτηση γινόταν με την μορφή: «Ζνάεις μπουγκάρτσκι;» δηλ. «Ξέρεις βουλγάρικα;», όντας σχεδόν αυτονόητο ότι αυτό το ιδίωμα ήταν ένα είδος βουλγαρικών. Εάν η συζήτηση γινόταν στα ελληνικά το ερώτημα είχε την μορφή «Ξέρεις εντόπικα/ντόπια;». Προς τα τέλη όμως της ίδιας δεκαετίας και ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το ερώτημα είχε διαφοροποιηθεί πλήρως και είχε πλέον την μορφή «Ζνάεις μακεντόνσκι;» ή «Ξέρεις μακεδονικά;».
Διαπιστώνουμε λοιπόν το πόσο εύκολα υιοθετήθηκε η «μακεδονική» γλωσσική ταυτότητα σε αντίθεση με την βεβαρημένη βουλγαρική. Εξ ίσου αριστοτεχνική ήταν και η σκόπιμη σύγχυση που καλλιεργήθηκε μεταξύ εθνολογικής και γεωγραφικής καταγωγής. Έγινε λοιπόν της «μόδας» να δηλώνει κάποιος «Μακεδόνας» αόριστα, που για τους φιλοσκοπιανούς εξυπονοούσε άλλη εθνική ταυτότητα από την ελληνική και που ήταν εύκολο, όταν τα πράγματα σοβάρευαν, να δοθεί η ερμηνεία: «Εννοούσα ότι δεν είμαι Θρακιώτης ή Κρητικός». Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει ανάγκη τέτοιων δικαιολογιών. Χάρη στα διάφορα «παρατηρητήρια» και «Συμβούλια της Ευρώπης» αν κάποιος δίγλωσσος δηλώσει Έλληνας, σε συγκεκριμένα χωριά, πάντα θα βρεθεί κάποιος να τον ειρωνευτεί μεταξύ σοβαρού και αστείου ως «γκρεκομάν» (=ελληνομανή).
Βεβαίως, όλα αυτά αγνοούνται ή ακόμα χειρότερα, παραποιούνται μονίμως από συγκεκριμένους κύκλους εθνομηδενιστών, εξέχον μέλος των οποίων είναι και ο γνωστός Τάσος Κωστόπουλος, συνεργάτης της εφηµερίδας «Ελευθεροτυπία» και του «Ιού της Κυριακής», ο οποίος δεν δίστασε να συγγράψει σχετικό βιβλίο με τον πομπώδη τίτλο: «Η απαγορευµένη γλώσσα: Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα, 2000), που έσπευσε να προβάλει με επαινετική κριτική (δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Kαθηµερινή» στις 17/10/2000 με τίτλο «H γλωσσική πολιτική αφοµοίωσης των σλαβόφωνων»), ο επίσης γνωστός και μη εξαιρετέος κ. Σπύρος A. Μοσχονάς, γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Αθηνών!
Κλείνοντας, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και να τονίσουμε για μια ακόμα φορά ότι το ιδίωμα των Ελλήνων γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, δήθεν «μακεδονική» γλώσσα (που κατασκευάστηκε από επιτροπή φιλολόγων, λογίων, συγγραφέων κ.λπ. με βάση την διάλεκτο της περιοχής Μοναστηρίου-Περλεπέ–Βελεσών και επιβλήθηκε με Νόμο στις 3 Μαΐου του 1945) του Σκοπιανού κράτους και η οποία εκσερβίστηκε συστηματικά, ώστε να αλλοιωθούν τα βουλγαρικά χαρακτηριστικά της. Το πρώτο υπήρξε μια βοηθητική γλώσσα που ξεκίνησε ως πίτζιν και εξελίχθηκε σε Κρεολή, ενώ η δεύτερη είναι «μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», όπως προαναφέραμε, και η οποία εξελίσσεται σε μια πλήρη γλώσσα με την στήριξη όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων[19].
Αντίστοιχη με τα γλωσσικά ήταν και η πορεία των καταπιεστικών μέτρων «εκμακεδονισμού», που εφαρμόστηκαν στον πληθυσμό της περιοχής επί Τιτοϊκού καθεστώτος. Στο βιβλίο του Hugh Poulton: Who are the Macedonians? (C. Hurst & Co. Publishers, London 2002), αναφέρονται τεκμηριωμένα οι πολυάριθμες ομαδικές δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ. εις βάρος των φιλοβουλγαρικών στοιχείων της περιοχής των Σκοπίων, με στόχο να αποκτήσουν «μακεδονική» συνείδηση.
Ανάλογα ήσαν τα μέτρα και εις βάρος του ελληνικού στοιχείου της περιοχής (κυρίως βλαχόφωνοι της Πελαγονίας), το οποίο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από τις επίσημες στατιστικές και αναφορές, υπό την ανοχή και αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής εκείνης, οι οποίες απέφευγαν συστηματικά να δυσαρεστήσουν τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας και προστατευόμενο των Αμερικάνων, «Στρατάρχη» Τίτο.
Στο σημείο αυτό αξίζει να υπενθυμίσουμε την ομολογία του τέως Προέδρου των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόρωφ στην τσεχική εφημερίδα Cesky Denik (10 Ιουνίου του 1993) για μειονότητα 100.000 Ελλήνων στην περιοχή των Σκοπίων [20].
Σήμερα, το ιλαροτραγικό στοιχείο της υπόθεσης, αλλά εξ ίσου επικίνδυνο (λόγω της ανάμειξης του αμερικανικού παράγοντα), συνιστούν οι αιτιάσεις κάποιων φερεφώνων των Σκοπίων, οι οποίοι θρασύτατα απαιτούν να ανοίξουν σχολεία για να διδάσκεται η Σκοπιανή γλώσσα στα παιδιά κάποιας δήθεν «μακεδονικής εθνότητας», που αποτελεί μια καταπιεζόμενη μειονότητα στην Ελλάδα! Το ανησυχητικό στην περίπτωση αυτήν είναι ότι οι πολιτικοί των Αθηνών, ανοίγουν αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τον ελληνικής καταγωγής Σκοπιανό πρωθυπουργό Γκρουέφσκι, αντί να απαιτήσουν «εδώ και τώρα» την διεξαγωγή διεθνούς έρευνας για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής του σημερινού κράτους των Σκοπίων.
Προσωπικά, είμαι περίεργος να διαπιστώσω ποια ακριβώς γλώσσα προτείνουν, οι υποστηρικτές και θιασώτες αυτής της πρότασης, να διδάσκεται στα «μειονοτικά» σχολεία, διότι όσον αφορά το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται σε ορισμένες περιοχές παραμεθορίων Νομών της Μακεδονίας, ουδείς φαντάζομαι διανοείται να στείλει τα παιδιά του σε ένα τέτοιο σχολείο, για πολλούς και προφανείς λόγους και το όλο θέμα μάλλον αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Εάν όμως οι Σκοπιανοί εννοούν την διδασκαλία της κατασκευασμένης γλώσσας τους, τότε το θράσος τους ξεπερνάει κάθε όριο. Αναρωτιέμαι, πόσοι άραγε, ακόμα και από τους φανατικότερους σκοπιανολάγνους, θα έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν τα πρακτικώς άχρηστα Σκοπιανά (την δήθεν «Μακεδονική» γλώσσα), αντί μιας οποιασδήποτε χρήσιμης δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας ή ακόμα και της Ρωσσικής, της Βουλγαρικής, της Σερβικής ή της Τουρκικής;
Ας σταματήσει λοιπόν αυτή η «εκ του πονηρού» συζήτηση περί «μακεδονικής» μειονότητας, που το «κακό» ελληνικό κράτος την καταπιέζει και δεν επιτρέπει στα μέλη της να μιλούν την «γλώσσα» τους. Το γλωσσικό ιδίωμα (και όχι γλώσσα) που ομιλείται σε ελάχιστες πλέον περιοχές της Μακεδονίας, αποτελεί για μας τους γηγενείς μια πολιτιστική κληρονομιά και για κάποιους άλλους Έλληνες ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο.
Δυστυχώς, από την στιγμή που το ιδίωμα αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε την χρησιμότητά του, θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων βοηθητικών γλωσσών. Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. Προσωπικά, λυπάμαι που θα χαθεί ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής, όπως λυπάμαι που γκρεμίστηκαν ένα σωρό θαυμάσια οικήματα και στην θέση τους υψώθηκαν κακόγουστες πολυκατοικίες, αλλά προβληματίζομαι συχνά αν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι το τίμημα της εξέλιξης, της κακής εξέλιξης αν θέλετε, αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα και σε μικρότερο βαθμό με τα ποντιακά. Η ζωή όμως συνεχίζεται…
Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα  
 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».
(2) Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.
(3) Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)…».
(4) Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.
(5) Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Βουλγάρικα ο Δήμαρχος μιας πόλης λέγεται кмет (κμετ), στα Σερβοκροατικά Γκραντονάτσαλνικ (=αρχηγός, επικεφαλής της πόλης) και στα Σκοπιανά, με μετάθεση του τόνου, Γκραντονατσάλνικ. Και οι δύο λέξεις είναι παντελώς άγνωστες στο τοπικό ιδίωμα του βορειοελλαδικού χώρου. Επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με πληροφορίες, χρησιμοποιούσαν την τουρκική λέξη μπέη (bey = κυβερνήτης, άρχοντας), μπέης ή μουχτάρης (τουρκ. muhtar = επικεφαλής).
(6) Βλ. σχετικά: «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα» της σειράς “Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας - 8″, του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν (1993, επανέκδ. 2000), της Καθηγήτριας της Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1975-1996), Μαρίας Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου.
(7) Η δημιουργία του ιδιώματος την συγκεκριμένη αυτή περίοδο δεν είναι συμπτωματική και ερμηνεύεται εύκολα αν αναλογισθούμε τις ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες της εποχής. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά την ήττα της κατά την Β΄ πολιορκία της Βιέννης (1683) και τις επακολουθείσασες Συνθήκες του Κάρλοβιτς (Carlowitz, σημερινό Sremski Karlovci κοντά στο Βελιγράδι) το 1699 και Πασσάροβιτς (Γερμαν. Passarowitz, σημερινό Požarevac της Σερβίας) το 1718, θα εισέλθει αμετάκλητα σε τροχιά παρακμής και εσωτερικής κατάρρευσης, με αποτέλεσμα η στυγνή καταπίεση και η τρομοκράτηση των χριστιανικών πληθυσμών να χαλαρώσουν.
Η χαριστική βολή στο κύρος της δόθηκε με την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) με την οποία η Ρωσσική Αυτοκρατορία απέκτησε το δικαίωμα να προστατεύει τους Χριστιανικούς πληθυσμούς σε όλη την έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Προϊόν αυτής της νέας κατάστασης ήταν η έναρξη επικοινωνίας μεταξύ των πληθυσμών, το εμπόριο, επαφές και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των κατοίκων διαφορετικών περιοχών κ.λπ. Τότε ακριβώς, στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, υπήρξε έντονη η ανάγκη ενός κοινά κατανοητού γλωσσικού οργάνου που θα διευκόλυνε όλα τα παραπάνω. Το σλαβογενές pidgin εξυπηρέτησε θαυμάσια αυτό τον σκοπό.
(8) Το περίφημο «Τετράγλωσσον Λεξικόν» του Δανιήλ Μοσχοπολίτη στην «Ρωμαϊκή» (=δημοτική Ελληνική), Βλαχική, Βουλγαρική, και Αλβανική όπου η «Βουλγαρική» αντιπροσωπεύεται από το σλαβικό ιδίωμα της Αχρίδος, κατ’ άλλους μεν μία δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, κατ’ άλλους δε (Σκοπιανούς) μια πρώτη μορφή της «σλαβομακεδονικής». Αυτό ακριβώς το ιδίωμα ήταν που χρησιμοποιήθηκε ως γλωσσικό υπόστρωμα για την διαμόρφωση του μακεδονικού pidgin. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο πλήρης τίτλος του Λεξικού ήταν: “Εισαγωγική Διδασκαλία περιέχουσα Λεξικόν Τετράγλωσσον των τεσσάρων κοινών διαλέκτων, ήτοι της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής και της Αλβανιτικής (sic)”, όπου διαπιστώνουμε ότι το σλαβικό ιδίωμα της περιοχής αντιμετωπίζεται ως διάλεκτος της Βουλγαρικής και όχι βέβαια κάποιας άγνωστης «Μακεδονικής». Το έργο γράφτηκε και ίσως εκδόθηκε αρχικά στην φημισμένη Μοσχόπολη, στην σημερινή Αλβανία, πιθανόν το 1764 ή λίγο αργότερα, ως «Εισαγωγική Διδασκαλία» — της νεοελληνικής — και ακολούθησε η επανέκδοσή του με τριπλάσια ύλη στην Βιέννη ή σύμφωνα με άλλες πηγές στην Βενετία, στην οποία προστέθηκε το εν λόγω Λεξικό και το συνολικό έργο επανεκδόθηκε το 1802, πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Βλ. σχετικά Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης: Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας – Ελληνικά σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. Β΄, Αθήναι 1936 σελ. 341-342.
(9) Η σύγχρονη Βουλγαρική γλώσσα διακρίνεται διαλεκτολογικά σε δύο, κατά βάση, μεγάλες ομάδες διαλέκτων, τις Ανατολικές και τις Δυτικές, αλλά υπάρχει και μια μικρή Ομάδα ιδιωμάτων, η Βορειοανατολική. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάκρισης μεταξύ των Βουλγαρικών διαλέκτων είναι η προφορά ενός συγκεκριμένου φωνήεντος, το οποίο είναι γνωστό ως «πριμενλίβο Я (μεταβλητό για)» και το οποίο προέρχεται από την εξέλιξη ενός αρχαιοβουλγαρικού φθόγγου. Ο φθόγγος αυτός, στο παλιό κυριλλικό αλφάβητο αποτυπωνόταν με το γράμμα Ѣ, το γιατ (ЯТЬ), όπως ονομαζόταν στην αρχαία βουλγαρική ή ε-τβόϊνο (Е-ДВОЙНО δηλ. διπλό ε), στην νεοβουλγαρική και καταργήθηκε με την μεταρρύθμιση του 1945. Στις Δυτικές βουλγαρικές διαλέκτους, το «μεταβλητό για» προφέρεται πάντοτε ως ε (το ελληνικό έψιλον), π.χ. БЕЛ (μπελ = λευκός, άσπρος – ενικός αριθμός) – БЕЛИ (μπέλι = λευκοί, άσπροι – πληθ. αριθμός), ενώ στις Ανατολικές ως για (БЯЛ – БЯЛИ, μπιαλ – μπιάλι). Στα Βορειοανατολικά ιδιώματα, τέλος, το «μεταβλητό για» προφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογίας βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή μεταβάλλεται ανάλογα με τις μορφολογικές αλλαγές της λέξης (БЯЛ – БЕЛИ, μπιαλ – μπέλι). Έτσι π.χ. την λέξη ХЛЯБ (χλιάμπ = ψωμί), στην ανατολική μεν Βουλγαρία προφέρουν «χλιάμπ», ενώ στην δυτική «χλέμπ» και στο τοπικό ιδίωμα της Μακεδονίας «λεπ».
(10) Βλ. σχετικά την ανεκτίμητη καταγραφή, που περιλαμβάνεται στην εργασία του αείμνηστου Εδεσσαίου διδάσκαλου Γεωργίου Δ. Γεωργιάδη, με τίτλο: «Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα» – Έδεσσα, 1948.
(11) Βλ. Γλωσσικές παραχαράξεις : Η «Μακεδονική» των Σκοπίων και τα περί σλαβομακεδονικής μειονότητας του Καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ 3 Αυγ 2008 σελ. Β16
(12) Για παράδειγμα, οι τρεις συζυγίες του ρήματος (στην επίσημη βουλγαρική γλώσσα), συγχωνεύθηκαν σε μία, επήλθαν φωνητικές απλοποιήσεις κ.λπ.
(13) Βλ. για παράδειγμα σχετικές αναφορές στο κλασσικό έργο του ανθρωπολόγου Άρη Ν. Πουλιανού: «Η προέλευση των Ελλήνων» Αθήνα 1968. Στην εθνογενετική αυτή έρευνα ο Άρης Πουλιανός τονίζει ότι «…πολλοί Βλάχοι του Μπούφι και της Κεντρικής Μακεδονίας, που τώρα τελευταία άρχισαν να μιλάνε σλάβικα ή που η διάλεκτός τους έχει επηρεαστεί από τη σλάβικη, όπως σε μερικά χωριά του Καϊμακτσαλάν, παραδέχονται ότι οι πρόγονοί τους σε παλιότερες εποχές μιλούσαν μόνο βλάχικα…».
(14) Αυτά τα τραγούδια που κυκλοφορούν σήμερα είναι κατά 90% σκοπιανά μεταπολεμικά κατασκευάσματα και τα οποία «λανσάρονται» ως Makedonski narodni pesni, δηλ. ως «Μακεδονικά» δημοτικά (σε ακριβή μετάφραση «λαϊκά») τραγούδια. Οφείλω να σημειώσω ότι προ ετών, Έλληνες πανεπιστημιακοί «ερευνητές», αγνοώντας σχεδόν τα πάντα για την προϊστορία του προβλήματος, ηχογράφησαν κάποια από αυτά, πιστεύοντας ότι συλλέγουν σπάνιο λαογραφικό υλικό! Όσο για τα πολύ της μόδας τελευταίως «χάλκινα», είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία, που αξίζει να ασχοληθούν κάποιοι ειδικότεροι από εμένα, για την προέλευσή τους και την διάδοσή τους στον χώρο της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας.
(15) Βλ. λεπτομέρειες στην προαναφερθείσα εργασία «Το μιξόγλωσσον…» ό.π. σελ. 12-16.
(16) Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους “Μακεδόνες Σλάβους” έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική και σερβική) “σλαβικής μακεδονικής” εθνότητας, ως “όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας”. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική  κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση [Υπενθυμίζουμε ότι στις 28 Φεβρουαρίου 1870 ο Σουλτάνος αναγνώρισε με επίσημο φιρμάνι (τουρκ. ferman = Αυτοκρατορικό Διάταγμα) ως ανεξάρτητη την βουλγαρική Εξαρχία από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο αντιδρώντας, κήρυξε το 1872 την αυτοκέφαλη πλέον βουλγαρική εκκλησία ως σχισματική). Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα σερβικών επιστημονικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, με ιστορικά και φιλολογικά ενδιαφέροντα, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό.
(17) Βλ. σχετική αναφορά στην μονογραφία (δυστυχώς εξαντλημένη στα ελληνικά): “Anthony-Emil N. Tachiaos: The Bulgarian National Awakening and its Spread into Macedonia” Society for Macedonian Studies, Thessaloniki 1990, p. 38,  όπου γενικότερα καταγράφονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για την περίπτωση των αδελφών Μιλαντίνωφ στις σελ. 27-39.
(18) Ο Σλαβέϊκωφ είχε διαγνώσει τον κίνδυνο η γλωσσική διένεξη, από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων, να εξελιχθεί σε μια γενικότερη αντιπαράθεση ενός σλαβομακεδονισμού με τη βουλγαρική εθνική ιδέα. Αναμφισβήτητα γνώριζε τις τάσεις της σερβικής πολιτικής μετά το 1868, καθώς σερβικά βιβλία άρχισαν να διοχετεύονται στη Μακεδονία. Χαρακτήριζε τον σλαβομακεδονισμό ως ανερμάτιστο και ανιστόρητο:
[…Έχουμε ακούσει πολλές φορές από τους Μακεδονιστές ότι δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδόνες, απόγονοι των Αρχαίων Μακεδόνων, και εμείς πάντοτε περιμένουμε να ακούσουμε κάποιες αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά ποτέ δεν τις ακούσαμε. Οι Μακεδονιστές ποτέ δεν μας επέδειξαν τις βάσεις για την στάση τους. Επιμένουν στην Μακεδονική καταγωγή τους, την οποία δεν μπορούν να αποδείξουν με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο. Έχουμε διαβάσει στην Ιστορία ότι στην Μακεδονία υπήρχε ένα μικρό έθνος – οι Μακεδόνες, αλλά πουθενά δεν βρίσκουμε σ’ αυτήν τι ήσαν αυτοί οι Μακεδόνες, ούτε από ποιο φύλο κατάγονταν και οι λίγες μακεδονικές λέξεις, που διασώθηκαν από κάποιους (αρχαίους) Έλληνες συγγραφείς, απορρίπτουν αυτήν την πιθανότητα. Επί πλέον, μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους, δεν υπάρχει πια ανάμνηση αυτών των Μακεδόνων. Μπορούμε να βρούμε στις περιοχές τους όλα τα είδη των άλλων εθνών, εκτός από Μακεδόνες, που μόνον αυτούς δεν βρίσκουμε…].
Петко Славейков “Македония” 18.Ι.1871
(Πέτκο Σλαβέϊκωφ, εφημ. «Μακεδονία» 18.Ι.1871)
Αξίζει να παρουσιάσουμε στο σημείο αυτό την ανακεφαλαίωση από τον Σλαβέϊκωφ των επιχειρημάτων των «Μακεδονιστών», τα οποία χρησιμοποιούσαν για την διάκριση «Μακεδόνων» και Βουλγάρων [βλ. σχετικά στο συλλογικό έργο: “The new Macedonian Question” σελ. 57 – James Pettifer (edit.), “Palgrave” 2001]:
α. Απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων
β. Καθαρόαιμοι Σλάβοι σε αντίθεση με τους ταταρικής καταγωγής Βούλγαρους
γ. Οι «μακεδονικές» διάλεκτοι διαφέρουν από εκείνες της «Άνω Βουλγαρίας»
δ. Οι «Μακεδόνες» είναι δυσαρεστημένοι από την κυριαρχία των «Ανωβουλγάρων» (sic) και της γλώσσας τους
ε. Επιθυμούν να αναβαθμίσουν την «τοπική μακεδονική διάλεκτο» σε φιλολογική (καλλιεργημένη) γλώσσα
στ. Επιθυμούν να αποχωριστούν εκκλησιαστικά από την Βουλγαρική Εξαρχία και να παλινορθώσουν την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος σε ξεχωριστή «μακεδονική» Εκκλησία.
Παρατηρούμε ότι τα «επιχειρήματα» αυτά παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα και τα επικαλούνται σήμερα οι Σκοπιανοί ιθύνοντες. Το αξιοπερίεργο βέβαια με αυτούς τους  ισχυρισμούς είναι το πώς μπορεί να συμβιβαστεί η καταγωγή από τους αρχαίους Μακεδόνες με τον ισχυρισμό ότι είναι «καθαρόαιμοι» Σλάβοι. Προφανώς, το έργο αυτό θα αναλάβουν τα ποικίλα «Πανεπιστήμια» και «Ινστιτούτα», που χρηματοδοτεί αφειδώς ο γνωστός «φιλάνθρωπος» Τζώρτζ Σόρος.

[19] Για να μη παραμείνουμε μόνον στο θεωρητικό επίπεδο, πιστεύουμε ότι επιβάλλεται να δοθούν μερικά παραδείγματα:
α. Το βασικό (από άποψη χρηστικότητας) ρήμα ομιλώ, στο βορειοελλαδικό pidgin (τα εντόπια ή εντόπικα) της περιοχής γύρω από την Έδεσσα, είναι λάφαμ. Στα βουλγαρικά είναι govorja (γκοβόρια) και στην κατασκευασμένη γλώσσα των Σκοπίων zboruvam (ζμπορούβαμ). Στα εντόπικα όμως το ρήμα ζμπορούβαμ σημαίνει μουρμουρίζω [βλ. την έκφραση: «Σιο ζμπορούβις μαρί νιβέστα!» (=τι μουρμουρίζεις βρε νύφη!), μια παρατήρηση-επίπληξη που απευθύνει ο πεθερός στην νύφη του, που θυμωμένη από το μάλωμα του πεθερού, του πατριάρχη της οικογένειας και ανώτατης εξουσίας στο σπίτι, πηγαίνει στον νεροχύτη και μονολογεί]. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τις παρεξηγήσεις που μπορούν να προκύψουν  από την συνομιλία μεταξύ ενός Σκοπιανού και ενός δίγλωσσου Μακεδόνα Έλληνα.
β. Στα βουλγαρικά το ρήμα λέγω είναι kazvam (κάζβαμ), στα σκοπιανά kazuvam, με παχύτερο ζ (γι’ αυτό χρησιμοποιούνται διαφορετικά κυριλλικά γράμματα, που αποδίδουν αυτήν την διαφορά, το З οι Βούλγαροι, το Ж οι Σκοπιανοί) και στα εντόπικα καζιούβαμ. Η τυποποιημένη έκφραση «ονομάζομαι (π.χ.) Χρήστος» στα βουλγαρικά είναι se kazvam Kristo, αλλά στα σκοπιανά είναι se vikam Kristo, η οποία στα βουλγαρικά σημαίνει κατά λέξη «με φωνάζουν Χρήστο». Η ίδια έκφραση χρησιμοποιείται και στα εντόπικα, όπου όμως το ρήμα βίκαμ, έχει και την έννοια του «ουρλιάζω» [πρβ. την έκφραση «σιό τσίκας, βίκας» (=τι τσιρίζεις και ουρλιάζεις), που χρησιμοποιείται επιτιμητικά σε κάποιον που κάνει φασαρία για κάτι το ασήμαντο].
γ. Ο λαγός στα εντόπικα είναι “ζάϊτς” (ενικός) – “ζάϊτσι” (πληθ.), που διαφέρει σαφώς από την σκοπιανή λέξη заjак (ζάγιακ), όσο και από την βουλγαρική λέξη заек (ζάεκ, ενικός), αλλά συμπίπτουν στον  (πληθ.) – зайци (ζάϊτσι). Είναι προφανές πάντως ότι δεν έχει άμεση σχέση με το τσεχικό zajíc (ζάγιτς/ζάϊτς).
δ. Το ποντίκι στα εντόπικα είναι μις (με παχύ σ), στα βουλγαρικά miska (μίσκα, ομοίως με παχύ σ) και στα σκοπιανά glusets (γκλούσετς)! Καμία σχέση!
ε. Η φράουλα (ή το φράουλο, όπως λέγεται σε κάποιες περιοχές του ελλαδικού χώρου), στα σέρβικα, βουλγάρικα και στα σκοπιανά (αλλά και στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες) ονομάζεται jagoda (γιάγκοντα). Στα εντόπικα της περιοχής γύρω από την Έδεσσα λέγεται πλανούσκα, αλλά υπάρχει και η παραλλαγή πλανούτκα (χωρ. Καρυδιά), σχετιζόμενο προφανώς με την λέξη πλανίνα=βουνό, αναφερόμενη μάλλον στις αγριοφράουλες.
στ. Οι καρποί της κερασιάς, που καλλιεργείται ευρύτατα στην περιοχή του ορεινού όγκου βορείως της Έδεσσας, τα κεράσια, ονομάζονται τσιρέσι, τσιαρέσι, αλλά και στρέσι, ενώ στα βουλγαρικά είναι τσερέσι (Череши, με παχύ τσ και σ) και στα σκοπιανά τσρέσι (Цреши, μόνο το σ παχύ).
ε. Κλείνω με ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα λουκάνικα στην βουλγαρικά λέγονται kolbasi (κολμπάσι), στα σκοπιανά mala salama, suzuk [κατά λέξη «μικρό σαλάμι» (!) και σουτζούκι] και στα εντόπικα κολμπάσι. Στην περιοχή της Άρνισσας όμως λέγονται λουκάνσκι (!).
Παρατηρούμε με λίγα λόγια, όχι μόνον την παραφθορά των αρχικών σλαβικών λέξεων, αλλά και τις διαφορετικές ετυμολογίες, που επαναλαμβάνεται σε πλήθος άλλων περιπτώσεων και που μας επιτρέπει να πάρουμε μια αμυδρή ιδέα για το πως προέκυψε αυτό το ιδίωμα και διαδόθηκε τόσο εύκολα σε αλλόφωνους πληθυσμούς (ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, αλβανόφωνους, γύφτους κλπ) της ευρύτερης Μακεδονίας επί Οθωμανών.
Βοηθήματα
Ελληνο-Βουλγαρικό και Βουλγαρο-Ελληνικό Λεξικό Gaberoff, 2004
Βάσκου Καρατζά: Σύγχρονο Ελληνο-Μακεδονικό Λεξικό, 2008
Ιωάννου Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας, ΙΜΧΑ 1981

[20][Gligorov]: [...] Στα Βαλκάνια σήμερα ο καθένας συναγωνίζεται τους αριθμούς και το δικό τους έθνος το παρουσιάζουν ως το μεγαλύτερο. Οι Έλληνες δηλώνουν πως ζουν εδώ 250,000 Έλληνες ενώ από τις στατιστικές όμως, είναι μόνον 100,000. Υποτίθεται υπάρχουν μεταξύ 700,000 και 1,000,000 Αλβανών εδώ. Οι Σέρβοι αναφέρουν είναι 250,000 και 300,000, όμως η πρόσφατη απογραφή έδειξε, εν τούτοις, πως ο αριθμός τους δεν ξεπερνά τις 43,000…

Πηγή: http://history-of-macedonia.com/wordpress/2010/05/18/gligorov-cesky-denik-meionotita-100000-ellines-skopia/


2.
Έθιμα - «Το Χριστόξυλο»


Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού. Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.


3.Έθιμα -
«Οι Μωμόγεροι»

Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι "αβάφτιστα". Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους.

Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες. Η ονομασία του εθίμου προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια ζώων – λύκων, τράγων ή άλλων - ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων. Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους. Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.

4. Σέρρες-Ήθη κι έθιμα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων

της  Α. Ταπάσκου

Ο ερχομός των Χριστουγέννων και του νέου χρόνου συνοδεύεται από αρχαία έθιμα και προλήψεις, που εναλλάσσονται σε κάθε περιοχή της Ελλάδας. Στις Σέρρες, συναντάμε ακόμη και σήμερα το “πάντρεμα” του παρελθόντος και του παρόντος, με έθιμα και παραδόσεις που εκφράζουν τον λαϊκό μας πολιτισμό και προωθούν ήθη κι αξίες που έχουν “ξεθωριάσει” στο πέρασμα του χρόνου.
Στα Καλά Δένδρα του δήμου Λευκώνα, την παραμονή των Χριστουγέννων, έχουν την τιμητική τους οι ηλικιωμένοι, που βγαίνουν και λένε τα κάλαντα, δεχόμενοι για κέρασμα κρασί και ξυλοκέρατα.
Το “Χριστόξυλο” και το “Πάντρεμα της Φωτιάς”
Το “Χριστόξυλο” και το “Πάντρεμα της Φωτιάς” είναι δύο, όχι και τόσο γνωστά Χριστουγεννιάτικα έθιμα που τα συναντάμε κυρίως στην Μακεδονία, στα χωριά του δήμου Νιγρίτας.
Το “Χριστόξυλο” είναι το πρώτο κούτσουρο που θα καεί στο τζάκι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, αφού το πρωί της ίδιας μέρας καθαριστεί το τζάκι επιμελώς. Κατά το έθιμο, χρησιμοποιείται για “Χριστόξυλο” οποιοδήποτε μεγάλο ξύλο ή κούτσουρο.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, αφού έχει συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια γύρω από το τζάκι, ανάβεται το “Χριστόξυλο” και έως τα Θεοφάνεια η φωτιά στο τζάκι δεν πρέπει να σβήσει.
Μ’ αυτόν τον τρόπο πιστεύεται ότι μένουν έξω από το σπίτι οι καλικάτζαροι, που εκείνες τις μέρες βρίσκονται πάνω στη γη. Για τη φωτιά που προσφέρει το “Χριστόξυλο” την παραμονή των Χριστουγέννων η λαϊκή παράδοση λέει ότι ζεσταίνει τον νεογέννητο Χριστό στη Φάτνη.
Η στάχτη που δημιουργείτε στο τζάκι εκείνες τις ημέρες (από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα) θεωρείται πως διώχνει το κακό και γι’ αυτό σκορπίζεται γύρω από το σπίτι, τους στάβλους αλλά και στα χωράφια.
Χριστόψωμο
Το “ψωμί του Χριστού” ως έθιμο το συναντάμε κυρίως στα Δαρναχώρια. Γίνεται, την παραμονή των Χριστουγέννων, από τη νοικοκυρά του σπιτιού, με ιδιαίτερη ευλάβεια και με ειδική μαγιά (από ξερό βασιλικό κ.ά).
Απαραίτητος επάνω, είναι χαραγμένος ο σταυρός. Γύρω – γύρω υπάρχουν διάφορα διακοσμητικά, σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, ο νοικοκύρης παίρνει το χριστόψωμο, το σταυρώνει και το κόβει. Η οικογένεια είναι μαζεμένη στο σπίτι. Σε λίγο θα αρχίσει η προ του τέλους νηστίσιμη μυσταγωγία. Το τραπέζι στρώνεται: στη μέση το χριστόψωμο, φασόλια μαγειρεμένα δίχως λάδι για την ημέρα αυτή, τουρσιά λάχανο, ντομάτες, πιπεριές, καρπουζάκια, σέλινο, καρότο και κρασί κόκκινο του σπιτιού.
Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Όλα αυτά αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ΄ ένα ψωμί.
Κάποτε, οι Σαρακατσάνοι τσοπάνηδες έφτιαχναν δύο χριστόψωμα. Το πρώτο, το καλύτερο και με τα πιο πολλά κεντίδια, είναι για το Χριστό “για να τους φυλάει και να τους βλογάει”. Πάνω του σκαλίζουν ένα μεγάλο σταυρό – φεγγάρι με πέντε λουλούδια.
Το δεύτερο, η τρανή Χριστοκουλούρα ή Ψωμί του Χριστού, είναι για τα πρόβατα. Έτσι τα τιμά ο βοσκός και τα βλογά ο Χριστός. Στη Χριστοκουλούρα παριστάνεται με ζύμη, όλη η ζωή της στάνης, δηλαδή η μάντρα, τα πρόβατα, οι βοσκοί κ.ά.
Χριστουγεννιάτικο χοιρινό
Ανήμερα των Χριστουγέννων αναβιώνει η κατάνυξη του Χριστουγεννιάτικου χοιρινού. Γίνεται το πρωί, μετά τη Θεία Λειτουργία, οπότε η παράδοση θέλει να τρώει η οικογένεια για πρωινό, τηγανητό χοιρινό, το οποίο συνοδεύεται με κόκκινο κρασί και μια τηγανιά ψιλοκομμένες πατάτες.
Πρόκειται για ένα έθιμο που ποτέ δεν έγινε γνωστό από πού είναι οι ρίζες του, αλλά παραμένει ζωντανό και προσφιλές για όσους έχουν ξυπνήσει από το …χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν.
Έθιμα της Πρωτοχρονιάς-Η γιορτή του μαγκαλιού
Το μεσημέρι της παραμονής Πρωτοχρονιάς, στους δρόμους και τις πλατείες, ο κόσμος αποχαιρετά τον παλιό χρόνο ψήνοντας χοιρινό στο μαγκάλι. Από παλιά, το χοιρινό αποτελούσε κύριο πιάτο των εορτών μετά τη 40ήμερη νηστεία. Οι οικογένειες τάιζαν το γουρούνι, προσπαθώντας να το παχύνουν και το έσφαζαν για το εορταστικό τραπέζι.
Βασιλόπιτα
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές, όπως τα Θεσμοφόρια, οι αρχαίοι ‘Έλληνες προσέφεραν στους θεούς.
Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη Βασιλόπιτα, ιστορία που ξεκινάει στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Ο Μέγας Βασίλειος, δεσπότης της πόλης, προσπαθώντας να σώσει το ποίμνιό του πρόσφερε το χρυσάφι των κατοίκων στον κατακτητή που τους απειλούσε. Η πόλη τελικά σώθηκε από θαύμα και ο δεσπότης προκειμένου να επιστρέψει τα κοσμήματα δίκαια, ζύμωσε μικρά ψωμάκια και έβαλε μέσα κοσμήματα. Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.
Η κοπή της βασιλόπιτας στις Σέρρες γίνεται με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα, ο νοικοκύρης τη στρέφει τρεις φορές, στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Έπειτα, κάνει με κλειδί, με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι. Και την ώρα ακριβώς, που αλλάζει ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά
Πρώτο είναι του Αι-Βασίλη, έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι κόβεται και για τους φτωχούς, τα ζωντανά, τα χωράφια και τα αμπέλια, το μύλο και τη βάρκα, γιατί όλα πρέπει να πάρουν την ευλογία του Αι-Βασίλη.
Όταν αποσώνει το εορταστικό δείπνο, ο νοικοκύρης κατεβαίνει στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επομένη θρυμματίζει και σκορπά το αντίστοιχο κομμάτι στα κτήματα και τα αμπέλια.
Το σπάσιμο του ροδιού
Το σπάσιμο του ροδιού το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά την εκκλησιαστική λειτουργία του Αγίου Βασιλείου, είναι μια παράδοση που τη συναντάμε έντονα στο νομό Σερρών.
Ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού φέρει στον εκκλησιασμό μαζί του ένα ρόδι. Όταν η οικογένεια επιστρέφει στο σπίτι, ο νοικοκύρης δεν μπαίνει μέσα μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν, καθώς δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει το κλειδί του. Μπαίνοντας ως καλεσμένος, με το δεξί πόδι, θα είναι αυτός που θα ”κάνει το καλό ποδαρικό”, κρατώντας το ρόδι στο χέρι.
Στη συνέχεια, ρίχνει κάτω το ρόδι με δύναμη, ώστε να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες-σπόροι του παντού, ενώ ταυτόχρονα λέει: “με υγεία , ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”.
Ποδαρικό
Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα για το ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους. ‘Έτσι, από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό. Μόλις μπει στο σπίτι τον βάζουν να πατήσει ένα σίδερο για να είναι όλοι σιδερένιοι και γεροί μέσα στο σπίτι στη διάρκεια του καινούργιου χρόνου.
Η νοικοκυρά φιλεύει τον άνθρωπο που κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου. Συνήθως του δίνει μήλα ή καρύδια και μια κουταλιά γλυκό κυδώνι ή ότι άλλο γλυκό έχει φτιάξει για τις γιορτές.
Ο νέος χρόνος πρέπει να μας βρει με κάποιο καινούργιο ρούχο, σύμβολο ευημερίας, ενώ μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας και αφού μοιραστούν τα δώρα, ξεκινούν τα τυχερά παιχνίδια. Αυτός που θα κερδίσει θα είναι τυχερός για όλη τη νέα χρονιά.
Καλικάντζαροι
Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα δεν είναι λίγοι οι Σερραίοι που κρατώντας το έθιμο βάζουν στο τζάκι δώδεκα αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι και να μην κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. Οι πιστοί στις παραδόσεις, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια, που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην κάνουν καλογήρους
Έθιμο της Μπάμπως ή Βρεξούδια
Κάθε χρόνο, στις 8 Ιανουαρίου και στις περιοχές του νομού Σερρών, Ν. Πέτρα, Μονοκκλησιά και Χαροπό, μια διαφορετική μέρα ξημερώνει. Την ημέρα αυτή, πραγματοποιείται το έθιμο της “Μπάμπως” η “Βρεξούδια” και επειδή σ’ αυτό το έθιμο κυρίαρχο ρόλο έχουν οι γυναίκες, με τους άνδρες να παραμένουν στα σπίτια τους ή να παρακολουθούν από μακριά, ονομάστηκε μεταγενέστερα “Ημέρα της Γυναικοκρατίας”.
Η ημέρα αυτή είναι ημέρα τιμής στην γηραιότερη γυναίκα του χωριού (μπάμπω) που εκτελούσε κατά το παρελθόν και χρέη μαμής.
Κατά την ημέρα αυτή, όλες οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού κάτω από τους ήχους μουσικών οργάνων, (παλιότερα με τους ήχους της γκάιντας) μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της μπάμπως για να της προσφέρουν δώρα. Στη συνέχεια, σχηματίζοντας πομπή, με σκωπτικά τραγούδια χορό και κρασί, την περιφέρουν στην πλατεία.
Κατά τη διάρκεια όλων των παραπάνω δεν επιτρέπεται να πλησιάσει κανείς άντρας, διότι τα δρώμενα είναι ακατάλληλα για αντρικά αυτιά. Αν παρ’ όλα αυτά τολμήσει κάποιος να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να του βγάλουν ένα ρούχο, το οποίο στην συνέχεια θα δημοπρατήσουν.
Μετά το πέρας της πομπής ακολουθεί γλέντι “κεκλεισμένων των θυρών”, με σκωπτικά τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και κρασί μέχρι τελικής πτώσης!
Το έθιμο αυτό το έφεραν οι Θρακιώτισες από την Πέτρα της Αν. Ρωμυλίας και το γιορτάζουν κάθε χρόνο από την εγκατάσταση τους στην Νέα Πέτρα Σερρών. Πολύ αργότερα διαδόθηκε και σε άλλα χωριά του Νομού Σερρών. Σύμφωνα με τους λαογράφους, το έθιμο έχει ρίζες αρχαιοελληνικές και θυμίζει τα Θεσμοφόρια και περισσότερο τα Αλώα που γίνονταν την ίδια εποχή.
Διαβάστε, επίσης:
Θεσσαλονίκη- Έθιμα και παραδόσεις των Χριστουγέννων:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8371
Τρίπολη-Χριστούγεννα στην Πελοπόννησο:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8392
Λαμία-Τα χριστουγεννιάτικα έθιμα στη Ρούμελη:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8393
Τρίκαλα-Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8394
Τα δώρα κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8383
Χριστουγεννιάτικα έθιμα στα Βαλκάνια:http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=8357

Πηγή: HellenicNews.com

5. Aναστενάρια

Μίνα Μαχαιροπούλου
Πηγή: Ι.Π.Ε.Τ./Κ.Ε.Τ.Ε.Π.
© Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης 


Πρόκειται για παλιό θρακιώτικο έθιμο της περιοχής Σωζοαγαθουπόλεως της Αν.Ρωμυλίας ( σημερινή Βουλγαρία )με επίκεντρο τα χωριά Κωστί και Μπροντίβο . Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών ,το 1923 ,οι πρόσφυγες αναστενάρηδες φέρνοντας μαζί τους τα εικονίσματα και τον διακαή πόθο διατήρησης του εθίμου εγκαταστάθηκαν κυρίως στην περιοχή της Μακεδονίας .
Η τελετουργία του εθίμου αρχίζει το απόγευμα στης 20ης Μαίου στο κονάκι με τελετουργικό χορό μπροστά στο στασίδι με τα εικονίσματα των ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης ,της Παναγίας αλλά και άλλων αγίων .Τα εικονίσματα η παππούδες όπως ονομάζονται , φέρουν μακριά λαβή ώστε να μπορούν οι αναστενάρηδες να τις χορεύουν και να μπαίνουν στη φωτιά κρατώντας τες .Πολύτιμα επίσης είναι και τα κόκκινα μαντήλια, τα αμανέτια , ιερά κειμήλια κι αυτά ,τα οποία δίνει ο αρχιαναστενάρης σε κάθε αναστενάρι χωριστά κατά τη διάρκεια του τελετουργικού χορού στο κονάκι και πριν την πυροβασία .
Στις 21 Μαίου γίνεται το κουρμπάνι ( ζωοθυσία ) με σκοπό το καλό όλων καθώς το κρέας μοιράζεται στα σπίτια του χωριού και αποτελεί το κυρίως γεύμα στο τελετουργικό τραπέζι ,την τελευταία μέρα του πανηγυριού.
Τα τραγούδια και ο σκοπός που παίζουν τα όργανα, η λύρα ,το νταουλι και η γκάιντα ,επικεντρώνονται στο αναστενάρικο τραγούδι του μικρο-Κωνσταντίνου :
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικρο- Κωνσταντίνος
Μικρον τον είχε η μάνα του ,μικρόν τον ΄ραβωνιάζει
Μικρόν τον .ηρθε μήνυμα στον πόλεμο να πάει
Νυχτα σελώνει τα άλογο, νύχτα το καλιβώνει
Βάζει ασημένια πέταλα ,μαλαματένιες λόθρες
Και επάνω στα σελώματα βάζει μαργαριτάρι
????????????????????????
Στην Μαυρολέυκη Δράμας η πυροβασία τελείται στις 21 και 23 Μαίου ενώ αλλού, όπως στον Λαγκαδά , πυροβασία τελείται και τις τρεις ημέρες του πανηγυριού.
Επίσης πυροβασία τελείται και τον χειμώνα στις 18 Ιανουαρίου ,ανήμερα του Αγίου Αθανασίου .
Το φαινόμενο της ακαίας των αναστενάρηδων έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές .Οι ίδιοι αποδίδουν το φαινόμενο στην βαθιά πίστη τους.


 ---------------------------------------------------------------------------------------

6.ΤΑ ΡΑΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ(1)


Τα Ραγκουτσάρια κατάγονται από τα αρχαία χειμερινά Διονύσια και είναι γνωστά με το όνομα αυτό, στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Άνθρωποι, μεταμφιεσμένοι με προβιές, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, πείραζαν τις οικογένειες, ενώ δεν έλεγαν να φύγουν εάν η νοικοκυρά δεν τους γέμιζε με κεράσματα και φιλοδωρήματα..

Οι μεταμφιέσεις συνεχίστηκαν και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, όταν οι ζητιάνοι (rogatores) επισκέπτονταν τα σπίτια νοικοκυραίων και ζητούσαν (rogo) ένα φιλοδώρημα ή ένα κέρασμα, προκειμένου να απομακρύνουν τα κακά πνεύματα από το σπίτι..
Η παράδοση λέει πως μέχρι και το 1930, στα Ραγκουτσάρια κυριαρχούσε η μορφή του Βάκχου, ενώ από το 1950 και μετά, τα πράγματα λίγο άλλαξαν, αφού πολλοί Καστοριανοί, γυρνώντας από το εξωτερικό έφεραν μαζί τους και άλλες μεταμφιέσεις από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες..
Οι Χριστουγεννιάτικες εορτές του Δωδεκαημέρου ολοκληρώνονται με τα Καστοριανά Ραγκουτσάρια, τα οποία ξεκινούν ανήμερα Πρωτοχρονιάς και κορυφώνονται την εορτή των Θεοφανίων.
Έτσι, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, το πρώτο Καρναβάλι της χρονιάς ζωντανεύει στην πανέμορφη πόλη της Καστοριάς! Όλα ξεκινούν μετά τη ρίψη του Σταυρού και τον Αγιασμό των υδάτων, όπου οι δρόμοι ξεκινούν σιγά σιγά να γεμίζουν κόσμο..Από νωρίς το μεσημέρι η οδός Μητροπόλεως γίνεται το επίκεντρο της μάζωξης, μέχρι και την πλατεία Ομόνοιας, όπου μεταμφιεσμένοι άνθρωποι, συνοδευόμενοι από παραδοσιακά, λαϊκά, χάλκινα όργανα, οργανώνονται σε ομάδες και πηγαινοέρχονται χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς και διακωμωδώντας ή σατιρίζοντας πράγματα και καταστάσεις!

Όπως παλιά, έτσι και σήμερα, του Άη Γιαννιού, κάθε παρέα (μπουλούκι) πηγαίνει στα σπίτια για να διώξουν τα κακά πνεύματα και ξεσηκώνουν τους νοικοκυραίους να έρθουν μαζί τους.
Μικροί και μεγάλοι, ντόπιοι και επισκέπτες, από κάθε γωνιά της Ελλάδας, όλοι μεταμφιεσμένοι, ξεχύνονται στα σοκάκια και τους δρόμους, τραγουδώντας και χορεύοντας με τη συνοδεία ορχηστρών, με το κρασί και το τσίπουρο να ρέουν άφθονα, σε ένα τρελό ξεφάντωμα, που διαρκεί 3 ολόκληρες ημέρες..
Η κορύφωση του εθίμου, γίνεται στις 8 Ιανουαρίου, με τη μεγάλη παρέλαση που ξεκινάει νωρίς το μεσημέρι στην Πλατεία Δημαρχείου και καταλήγει στην Πλατεία του Ντολτσού, την πιο γραφική πλατεία της πόλης.
Όλα τα μπουλούκια είναι εκεί, το καθένα συνοδευόμενο από τη δική του ορχήστρα, βάζοντας την τελευταία πινελιά στη γιορτή!! Χορεύουν ασταμάτητα με τη συνοδεία ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών, πίνουν όσο δεν έχουν πιει όλο το χρόνο και με μπόλικη φαντασία και χιούμορ, διαγωνίζονται μεταξύ τους για την καλύτερη αμφίεση!!
Όλος ο κόσμος μπορεί να πάρει μέρος, ενώ δε λείπουν τα χρηματικά έπαθλα για τους νικητές και τα αναμνηστικά για τους χαμένους!!
Λένε, πως η τελευταία μέρα του καρναβαλιού, ονομάζεται Παταρίτσα και αυτό γιατί σύμφωνα με την παράδοση, όταν τα Ραγκουτσάρια έφταναν στο τέλος τους, οι Καστοριανοί τοποθετούσαν τις στολές τους στο πατάρι, περιμένοντας σίγουρα, με ανυπομονησία, το επόμενο καρναβάλι…
Πηγή: Έθνος Ταξίδι 04.01.2009

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

6B.ΤΑ ΡΑΓΚΟΥΤΣΑΡΙΑ(2) – (Το καρναβάλι της Καστοριάς – Ραγκουτσάρια)

Το κέφι και το ξεφάντωμα του Καστοριανού καρναβαλιού είναι πλέον γνωστά σε όλους.
Τα Ραγκουτσάρια, όπως ονομάζονται τα καρναβάλια, γιορτάζονται από τις 6 μέχρι τις 8 Ιανουαρίου και διατελούν αναβίωση των αρχαίων Διονυσιακών τελετών, που γίνονταν από αρχαιοτάτων χρόνων και σύμφωνα με τους ντόπιους είναι γιορτή που σκοπό έχει να ξεχάσουν τα προβλήματα της χρονιάς.
Οι εκδηλώσεις των καρναβαλιών αποτελούν κορύφωση των εορτών για την πόλη, γιατί συνδυάζονται με τις εορτές του δωδεκαημέρου. Στα Ραγκουτσάρια παίρνουν μέρος όλοι οι Καστοριανοί, αλλά και πολλοί ξένοι που παρευρίσκονται εκείνες τις μέρες στην πόλη και ξεχύνονται όλοι στους δρόμους και στα σοκάκια, γιορτάζοντας με χορούς, τραγούδια, πειράγματα και με άφθονο κρασί.
Ακόμη παίρνουν μέρος πολλές ορχήστρες με χάλκινα όργανα, αποτελούμενες από 5 έως 12 άτομα.
Αν βρεθείτε στην Καστοριά την περίοδο των εκδηλώσεων θα νιώσετε τι θα πει ξεφάντωμα και σίγουρα η όλη διαδικασία δεν θα σας αφήσει αδιάφορους.

Η προέλευση του ονόματος
Η ονομασία Ραγκουτσάρια, προέρχεται από το λατινικό rogatores, δηλαδή ζητιάνοι, (ακόμη rogatio στα Λατινικά σημαίνει ζητώ), αφού οι μεταμφιεσμένοι ζητούν απ’τους νοικοκύρηδες να τους δώσουν δώρα προκειμένου να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Μεταμφιέσεις
Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν σε ζώα όπως για παράδειγμα αγελάδες, ελάφια και τράγους, κατά τη βυζαντινή περίοδο απαγορεύτηκε αυστηρά αυτή η μεταμφίεση, κι έτσι σταδιακά καθιερώθηκαν άλλες μορφές μεταμφίεσης, όπως π.χ. η αλλαγή του φύλου (οι άνδρες φορούν φούστες και μαντήλια και οι γυναίκες μουστάκια και γραβάτες).
Πάντως μέχρι το 1930 στα ραγκουτσάρια κυριαρχούσε η μορφή του Βάκχου.
Πέρα από τις συμβολικές ερμηνείες του εθίμου, τα Καστοριανά Ραγκουτσάρια προσδίδουν σήμερα μια εύθυμη και διασκεδαστική νότα, προσελκύοντας πολλούς επισκέπτες για ένα ξέφρενο γλέντι πέρα από τα συνηθισμένα.

Ιστορία
Τα Ραγκουτσάρια έχουν την καταγωγή τους από τα αρχαία Χειμερινά Διονύσια, και είναι γνωστά με αυτό το όνομα μόνο στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, στα οποία υπήρχε ο θίασος των μεταμφιεσμένων που γύριζε από σπίτι σε σπίτι, μπαίνοντας και χαριεντίζοντας με τους νοικοκυραίους ζητώντας κεραστικά και φιλοδωρήματα. Ηταν κρυμμένοι πίσω από προβιές και αυτοσχέδιες μάσκες, φροντίζοντας στην απομάκρυνση των κακών πνευμάτων που ταλαιπωρούσαν τον κόσμο των καιρών εκείνων.
Κατά την διάρκεια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, οι μεταμφιέσεις συνεχίστηκαν και προστέθηκαν νέες γιορτές. Οι Rogatores (ζητιάνοι), κατά την επίσκεψή τους στα σπίτια της περιοχής έπαιρναν κεραστικά και φιλοδωρήματα, διώχνοντας τα κακά πνεύματα που δυσκόλευαν τη ζωή των ανθρώπων.
Στους βυζαντινούς χρόνους, οι λατρευτικές γιορτές της Αρχαίας Ελλάδας ήλθαν σε αντίθεση με την επίσημη Χριστιανική Θρησκεία και πολλά στοιχεία χάθηκαν ή ξεχάστηκαν εντελώς. Όμως, αρκετά από αυτά κατόρθωσαν και αντέξανε τον χρόνο και τα εμπόδια, φτάνοντας ως τις μέρες μας.
Επί Τουρκοκρατίας κατάφεραν να περάσουν το κατώφλι του 20ου αιώνα σαν “τσαρανιασμένοι ραγκουτσάρηδες” (οι βαμμένοι με μαύρο χρώμα στο πρόσωπο και το σώμα).
Οι κάτοικοι έβγαιναν στους δρόμους μεταμφιεσμένοι πρόχειρα, κάνοντας επισκέψεις σε σπίτια, κυρίως των εορταζομένων και έφταναν απαραίτητα στην πλατεία στο Ντολτσό. Στο όλο σκηνικό απαραίτητα ήταν τα πειράγματα, τα φιλοδωρήματα και τα κεραστικά.
Μέχρι τη δεκαετία 1920-1930, απαραίτητη ήταν και η παρουσία του Βάκχου με την συνοδεία ενός γαϊδάρου στολισμένου με κληματόφυλλα και στηριγμένο στο σαμάρι του το ξόανο του Θεού Διονύσου, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα μικρό βαρελάκι με κρασί.
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας 1940-50 και την επιστροφή πολλών Καστοριανών από το εξωτερικό, άρχισαν να εμφανίζονται και οι νέες αλλαγές στην μεταμφίεση.
Τα μεγάλα και γνωστά καφενεία “Αίγλη” και “Βυζάντιο” διοργάνωναν ολονύχτια γλέντια, με παρέες μεταμφιεσμένων που άλλες ήταν μεταμφιεσμένες σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα, ενώ άλλες άρχισαν να υιοθετούν νέους τρόπους και πρότυπα μεταμφίεσης.
Στα μέσα της δεκαετίας άρχισε και η βράβευση των μεταμφιεσμένων από το Δήμο Καστοριάς, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην όλη διαδικασία.

Τα Ραγκουτσάρια σήμερα
Η έναρξη του καρναβαλιού πραγματοποιείται τα Θεοφάνια, μετά την ρίψη του σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων. Με επίκεντρο την οδό Μητροπόλεως και την πλατεία Ομονοίας οι μεταμφιεσμένοι πηγαινοέρχονται χορεύοντας και διασκεδάζοντας.
Την δεύτερη μέρα, ανήμερα του Αϊ Γιαννιού, κάθε παρέα πηγαίνει στα σπίτια (όπως γίνοταν και από παλιά), για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να παροτρύνουν τους νοικοκυραίους να συμμετέχουν και αυτοί στο ξέφρενο γλέντι.
Την τρίτη ημέρα κορυφώνονται οι εκδηλώσεις με την μεγάλη παρέλαση (πατερίτσα) των αρμάτων και των μεταμφιεσμένων (μπουλουκιών και σχολικών ομάδων), ξεκινά από το Δημαρχείο, φτάνει στην πλατεία Ομονοίας, αφού περάσει από την οδό Μητροπόλεως και καταλήγει στην πλατεία Ντολτσό. Κατά τη διάρκεια της παρέλασης η οποία διαρκεί αρκετές ώρες, παίρνουν μέρος τα σχολεία και οι παρέες που παρελαύνουν με τα πόδια και με τη συνοδεία των οργάνων.
Στη συνέχεια βραβεύονται οι καλύτερες συμμετοχές στις διάφορες κατηγορίες (εμφάνιση, θέαμα, σάτιρα, παράδοση) με την παράδοση αναμνηστικών.
Μέσα στην καρδιά του χειμώνα και κατά τη διάρκεια των τελευταίων ωρών του δωδεκαημέρου, η πόλη της Καστοριάς παραδίνεται σ’ ένα μοναδικό τριήμερο γλέντι χαράς και ξεφαντώματος, που γεννιέται αυθόρμητα μέσα στις αμέτρητες παρέες των μικρών και μεγάλων που παίρνουν μέρος.
Το τρήμερο 6, 7 και 8 Ιανουαρίου οι αίθουσες και τα νυκτερινά κέντρα, γεμίζουν από κόσμο, διασκεδάζοντας και ξεφαντώνοντας, φροντίζοντας να διατηρούν τα ήθη και έθιμα της περιοχής.

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

7. Λαϊκός Πολιτισμός Νομού Σερρών
Μοναδικές πρωτογονικές τελετουργίες και πανάρχαια  δρώμενα  τελούνται  κάθε  χρόνο  σε αρκετά  χωριά τηςπεριοχής  των  Σερρών.  Μάλιστα πολλά  από  αυτά  παρουσιάζουν  δίχως  υπερβολή παγκόσμιο ενδιαφέρον.  Οι  κάτοικοί  τους  διατηρούν τις  προγονικές  τους παραδόσεις  με  σεβασμό  και κατάνυξη. Το γλέντι και το κέφι αποτελεί τον αυτονόητο κοινό  τόπο.  Όσοι  έχουν  την  τύχη  να   επισκεφθούν τους   τόπους  αυτούς,  αποκομίζουν   σπάνιες  και πρωτόγνωρες εμπειρίες.
 ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ή ΝΕΣΤΕΝΑΡΙΑ
Ιστορία – Προέλευση:
Τα αναστενάρια ξεκίνησαν στις αρχές του αιώνα από το χωριό Κωστί  της  επαρχίας   Σωζοαγαθουπόλεως   στην Ανατολική Ρωμυλία. Στο νομό Σερρών οι τόποι όπου τελούνται σήμερα τα αναστενάρια είναι η Αγία Ελένη και η Κερκίνη. Η “πυροβασία”
ή  “ακαϊα”  αποτελεί  το  κύριο  χαρακτηριστικό  του  εθίμου  που διανθίζεται από ενδιαφέρουσες μυσταγωγίες και ιεροπραξίες όπως,  η  τελετουργική  θυσία  των  ζώων  και  η  έκσταση  των πιστών, με την αδιάλειπτη παρουσία της μουσικής από λαϊκούς οργανοπαίκτες.  Η  λαϊκή  θρακική  λατρεία  των  αναστεναρίων έχει διασωθεί από την αρχαιότητα και εκτός από τη βακχεία των αναστενάρηδων, διασώζει πολλά κατάλοιπα της Διονυσιακής λατρείας.
Δρώμενο:
Η τελετή ξεκινά την παραμονή της εορτής των Κωνσταντίνου και Ελένης στις 20 Μαΐου. Την ημέρα αυτή γίνεται η θυσία του ζώου (Κουρμπάνι), καθώς και η μεταφορά των εικόνων (του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης) από την εκκλησία στο κονάκι του χωριού. Εκεί τελείται η αγρυπνία αλλά και η προετοιμασία των μυστών για την οιστροπληξία, που κορυφώνεται την επομένη ημέρα. Το πρωί της 21ης  Μαΐου οι αναστενάρηδες μεταφέρουν   τα   εικονίσματα   και   τα   εναποθέτουν  στο αγίασμα, τόπο ιερό μέσα στο άλσος. Το απόγευμα τελείται η   πρώτη   πάνδημος   πυροβασία.   Όταν   σχηματισθεί   η θράκα ειδοποιούνται οι αναστενάρηδες και υπό τους ήχους παραδοσιακών οργάνων φτάνουν σε πομπή και αρχίζουν τον κυκλικό χορό γύρω και πάνω από τη φωτιά. Ανάλογες τελετές, κλειστές αυτή τη φορά μέσα στο κονάκι, γίνονται και  την  ημέρα  της  εορτής  του  Αγίου Αθανασίου  στις  18 Ιανουαρίου.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ. Αγ. Ελένης: Βρίσκεται ΝΑ της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 13 χλμ. Δήμος Σκουτάρεως: 2321099160. Δημοτικό Διαμέρισμα: 2321041239 Δ.Δ. Κερκίνης: Βρίσκεται  Β.Δ.  της  πόλης  των  Σερρών  και  απέχει  από αυτή 62 χλμ.   Δήμος Κερκίνης: 2327028011. Πνευματικό Κέντρο: 2327023344. Δημοτικό Διαμέρισμα: 2327041213, 2327041149  Διαμονή: “Οικοπεριηγητής” 2327041450
ΓΥΝΑΙΚΟΚΡΑΤΙΑ – ΜΠΑΜΠΩ – “ΒΡΕΞΟΥΔΙΑ”
Ιστορία – Προέλευση:
Η γιορτή της Μπάμπως ή της μαμής είναι ένα πανάρχαιο έθιμο. Στην Ελλάδα μεταφέρθηκε από τους κατοίκους της Ανατολικής  Ρωμυλίας,  που  εγκαταστάθηκαν  στην  Θράκη και στην Μακεδονία. Στη Μονοκκλησιά το έθιμο έφεραν το 1923 πρόσφυγες από την Πέτρα της Ανατολικής Θράκης. Με τα δρώμενα του εθίμου αυτού τιμάται η αναπαραγωγή, η γέννηση των παιδιών και η γυναίκα που τα φέρνει στον κόσμο.   Αποτελεί   μάλιστα μια   μακρινή  ανάκληση   του μητριαρχικού πνεύματος. Κάθε  χρόνο  στις  8  Ιανουαρίου  αναβιώνει  το  έθιμο  της “Γυναικοκρατίας”  ή  της  “Μπάμπως”  ή  “Βρεξούδια”  στα Δημοτικά Διαμερίσματα της Μονοκκλησιάς, της Ν. Πέτρας, της Α.  Καμήλας  αλλά  και  προσφάτως  στο  Χαροπό. Από τα  χαράματα,  οι  γυναίκες  με  φωνές  και  με τη  συνοδεία ορχήστρας αναγγέλλουν θορυβωδώς το γεγονός πως το χωριό  βρίσκεται  πλέον  κάτω  από  την εξουσία  τους.  Οι παντρεμένες γυναίκες εκλέγουν μια γυναίκα για πρόεδρο και   στη   συνέχεια   τα   υπόλοιπα  μέλη   του   διοικητικού συμβουλίου, που είναι επίσης αποκλειστικά γυναίκες. Στη συνέχεια  καταλαμβάνουν  τα δημόσια  κτίρια,  χτυπούν  τις καμπάνες της εκκλησίας, συγκεντρώνουν χρήματα για τα έξοδα  της  ημέρας  καθώς και  προμήθειες  για  το  βραδινό γλέντι.  Οι  άνδρες  την  ημέρα  αυτή  ασχολούνται  με  τις δουλειές  του  σπιτιού και  απαγορεύεται  να  κυκλοφορούν στο δρόμο. Φορώντας την ποδιά της νοικοκυράς πλένουν ρούχα,  σιδερώνουν  και  φροντίζουν  τα  παιδιά.  Η  ποινή για τους παραβάτες είναι το κατάβρεγμα, το γδύσιμο και
αποτελεί το γλέντι όλων των γυναικών. Το ξημέρωμα της άλλης  μέρας  θα  βρει  το χωριό  στην  συνήθη  πρότερη κατάστασή του.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ.   Μονοκκλησιάς:   Βρίσκεται Ν.Δ.   της   πόλης   των Σερρών και απέχει από αυτή 17 χλμ. Δήμος Κ. Μητρούση: 2321099300,2321099304.Δημοτικό Διαμέρισμα: 2321088262 Δ.Δ. Α. Καμήλας: Βρίσκεται Ν.Δ. της πόλης τωνΣερρών και απέχει από αυτή 15 χλμ. Δήμος Κ. Μητρούση: 2321099300,     2321099304.      Δημοτικό     Διαμέρισμα: 2321088201  Δ.Δ.  Ν.  Πέτρας:  Βρίσκεται  Ν.Α.  της  πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 27 χλμ. Δήμος Ν. Ζίχνης: 2324020120.   Δημοτικό   Διαμέρισμα:   2324042539   Δ.Δ. Χαροπού: Βρίσκεται Β.Δ. της πόλης των Σερρών και απέχει από  αυτή  29  χλμ.  Δήμος  Σιδηροκάστρου:  2323028051,
2323028052. Δημοτικό Διαμέρισμα: 2323022165
ΓΕΡΑΚΙΝΑ
Ιστορία – Προέλευση:
Το 1854 η Νιγρίτα βρίσκονταν κάτω από τον Τουρκικό ζυγό.  Σ’  ένα  από  τα  φτωχικά  σπίτια  της περιοχής “Τσακαλάδες” γεννήθηκε από την οικογένεια Ροκάνη ένα κορίτσι στο οποίο δόθηκε το όνομα “Γερακίνα”. Μεγαλώνοντας  η  Γερακίνα  γίνεται  γνωστή  για  την ομορφιά  της  και  την  ευγένεια  του  χαρακτήρα  της. Το 1870  είναι  ήδη  16  χρόνων  και  συναντά  τον έρωτα   στο   πρόσωπο   του   νεαρού   Νιγριτινού Τριαντάφυλλου Γκοστίνου. Η αποφράδα ημέρα  της Αυγούστου  1870  σφράγισε με τον πλέον δραματικό τρόπο τη ζωή της. Πηγαίνοντας  στο  πηγάδι  της  συνοικίας για  να  φέρει  νερό,  από  απροσεξία γλιστρά και πέφτει μέσα. Δυστυχώς παρά  την  κινητοποίηση  όλης  της τον  αγαπημένο  της  που  κατέβηκε  με  σχοινί  στον πυθμένα  του  πηγαδιού.  Όλη  η  Νιγρίτα  έκλαψε  την άτυχη τραγική κόρη και τη συνόδεψε στην τελευταία της κατοικία,  αφού  πρώτα  τη  στόλισε  με  φλουριά και  βραχιόλια. Το  τραγικό  τέλος  της  Γερακίνας συγκλονίζει τον Τριαντάφυλλο  που  από  αβάστακτο πόνο και θλίψη πέθανε μετά από τρεις ημέρες.
Δρώμενο:
Κορυφαία εκδήλωση των πολιτιστικών εκδηλώσεων που  γίνονται  τον  μήνα      Σεπτέμβριο  στη  Νιγρίτα και  φέρουν   το   όνομα   “Γερακίνεια”,   αποτελεί   η αναπαράσταση  της  πτώσης  της  “Γερακίνας”  στο πηγάδι,   στην  περιοχή   “Τσακαλάδες”.   Στο   τέλος ακολουθεί  λαϊκό  γλέντι  το  οποίο  συνοδεύεται  από πλούσια εδέσματα της περιοχής.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Νιγρίτα:  Βρίσκεται  Ν.  της  πόλης  των  Σερρών  και απέχει   από   αυτή   22   χλμ.   Δήμος   2322020300. Πολιτιστικό και Πνευματικό Κέντρο (Γερακίνας τέρμα): 2322020300 Διαμονή: ενοδοχείο “Γερακίνα”
2322023045, 2322024043
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΠΑΛΗ
Ιστορία – Δρώμενο:
Η παραδοσιακή πάλη είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα πανηγύρια. Τέτοια πανηγύρια γίνονται: Στη Σκοτούσσα
(ξεκινά στις 8 Σεπτεμβρίου, ανήμερα της γιορτής των γενεθλίων της Θεοτόκου), στο πανηγύρι στον οικισμό
“Πύργος” της Μαυροθάλασσας (παραμονή της Αγίας Μαρίνας 16 – 17 Ιουλίου), στο Πανηγύρι της Ηράκλειας
(τέλος Αυγούστου), της Νιγρίτας (Αγ. Αθανασίου Νιγρίτας: 2 Μαΐου – Αγίου Θωμά Νιγρίτας: Κυριακή μετά το Πάσχα – Ιωάννου του προδρόμου Φλάμπουρου: 24 Ιουνίου – Αγ. Γεωργίου Ανθής: 23 Απριλίου – Αγ. Παντελεήμονα
Θερμών: 27 Ιουλίου – Ζωοδώχου Πηγής Τερπνής: Παρασκευή μετά το Πάσχα) καθώς και στο Σκούταρι.
Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να συναντήσει τους τελευταίουςπαραδοσιακούς παλαιστές, τους “πεχλιβάνηδες”.
Οι αθλητές, πριν ξεκινήσουν τον αγώνα, φορούν το λεγόμενο “κιουσπέτι” ή “κισπέτι”, ένα παντελόνι μέχρι τα
γόνατα, φτιαγμένο από κατεργασμένο δέρμα κατσικιού, ενώ αλείφουν όλο τους το σώμα με λάδι. Η είσοδος
των αθλητών στο “αλώνι” (αγωνιστικό χώρο) γίνεται με εντυπωσιακό τρόπο, με χτυπήματα των χεριών στα γόνατα και άλλα “τσαλίμια”. Καθ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων ακούγεται ο ήχος του ζουρνά και του νταουλιού, που δεν θα σταματήσει παρά μόνο τη στιγμή της ανάδειξης του μεγάλου νικητή.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Ηράκλεια: Βρίσκεται Β.Δ. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 28 χλμ. Δήμος: 2325028300. Σκοτούσσα:
Βρίσκεται Β.Δ. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 18 χλμ. Δήμος: 2321099144.
Σκούταρι: Βρίσκεται Ν. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 19 χλμ. Δήμος: 2321099160. Νιγρίτα: Βρίσκεται Ν. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 22 χλμ. Δήμος: 2322020300. Μαυροθάλασσα: Βρίσκεται ΝΑ της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 44 χλμ. Δήμος Τραγίλου: 2322020160
ΔΡΑΚΟΚΤΟΝΙΑ
Ιστορία – Προέλευση:
Η παράδοση αναφέρει ότι στο Νέο Σούλι υπήρχε ένα θηρίο (δράκος) που εμπόδιζε τη ροή των νερών που βρισκόταν ψηλά στη πηγή και τα απελευθέρωνε, αφού πρώτα κάθε χρόνο του προσφέρονταν με κλήρο για φαγητό ένας κάτοικος του χωριού. Κάποια χρονιά ο κλήρος έπεσε στη βασιλοπούλα του χωριού. Όταν ήρθε η στιγμή για να προσφερθεί η βασιλοπούλα θυσία στον δράκο, στον τόπο του μαρτυρίου, παρακάλεσε τον θεό να την σώσει. Τότε εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος πάνω στο άλογό του έχοντας στα χέρια του σταυρό και κοντάρι και φόνευσε τον δράκο. Στις ευχαριστίες τις βασιλοπούλας ο Άγιος Γεώργιος το μόνο που τις ζήτησε σαν χάρη ήταν το να χτίσει εκκλησία μέσα στο χωριό.
Δρώμενο:
Από τη μέρα που έγινε το θαύμα του Αγίου Γεωργίου μέχρι και σήμερα κάθε χρόνο τη μέρα της εορτής της μνήμης του, γίνεται αναπαράσταση της “Δρακοκτονίας”. Δύο μαυροφορεμένες κοπέλες οδηγούν την βασιλοπούλα στο χώρο της θυσίας στη πλατεία του χωριού όπου γίνεται και το πανηγύρι για τη θυσία. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται τοποθετημένο ένα ομοίωμα του “δράκου”. Μετά από λίγη ώρα καταφτάνει ο Άγιος Γεώργιος καβάλα πάνω σε λευκό άλογο κρατώντας το κοντάρι του. Φονεύει τον δράκο, σώζει τη βασιλοπούλα και ελευθερώνει τα νερά. Ακολουθεί λαϊκό γλέντι με χορό, κρασί και παραδοσιακά φαγητά.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ. Νέου Σουλίου: Βρίσκεται Δ. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 9 χλμ. Δήμος Εμμ. Παπά: 2321074591, 2321074521. Δ.Δ.: 2321091249
Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ
Ιστορία – Προέλευση:
Πρόκειται για ένα έθιμο το οποίο προέρχεται από την Ανατολική Ρωμυλία και αφορά τη γονιμότητα της γης. Αναβιώνει στην Αγία Ελένη τη Δευτέρα της Τυρινής και το μετέφεραν εκεί οι κάτοικοι του χωριού από το Κωστί της Αγαθούπολης. Στο έθιμο αυτό συμμετέχουν μόνο άνδρες με κορυφαίο πρόσωπο του δρώμενου τον “Καλόγερο”. Αναπόσπαστο στοιχείο στην αμφίεσή του αποτελεί μία “σφούγκα”. Πρόκειται για πάνα παραδοσιακού φούρνου την οποία παραδίδει τελετουργικά στον “Καλόγερο” ο Αρχιαναστενάρης. Ο “Καλόγερος”, λέει η παράδοση, πέθανε και μετά από λίγα λεπτά αναστήθηκε μόλις τον ρίξανε στο νερό.
Δρώμενο:
Ξεκινά το πρωί της Δευτέρας της Τυρινής με τους “αγερμούς”. Ο “Καλόγερος”, είναι ντυμένος με προβιές, νεροκολοκύθα στο κεφάλι του, πιπεριές στην κορυφή του. Συνοδεύεται από τον “βασιλιά”, και από συνοδεία παραδοσιακών οργάνων. Όλοι μαζί χτυπούν τις πόρτες του χωριού. Οι νοικοκυρές υποδέχονται τη πομπή ρίχνοντάς τους σπόρους ενώ ο “Καλόγερος” με τη “σφούγκα” του σταυρώνει την είσοδο, ο “κουρέας” ξυρίζει τους νοικοκύρηδες, τους εύχεται καλή σοδιά και το “βασιλόπουλο” τους προσφέρει ένα ποτήρι κρασί. Το απόγευμα η πομπή με κάρο καταλήγει στη πλατεία του χωριού αφού πρώτα άνδρες με χοντρά ξύλα στα χέρια “χτυπούν” το νερό που βρίσκεται στην άκρη του δρόμου βρέχοντας τη συνοδεία. Το δρώμενο τελειώνει με το εικονικό όργωμα της πλατείας και τη σπορά.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ. Αγ. Ελένης: Βρίσκεται Ν.Α. της πόλης των Σερρών και απέχει από αυτή 13 χλμ. Δήμος Σκουτάρεως: 2321099160. Δημοτικό Διαμέρισμα: 2321041239
ΚΕΤΣΕΚΙΑ
Δρώμενο:
Πρόκειται για ένα λαϊκό δρώμενο της Αποκριάς που γίνεται στο χωριό Ποντισμένο. Το χωριό αυτό αποτελεί ένα από τους παλιότερους τόπους μόνιμης εγκατάστασης των Τσιγγάνων ΡΟΜ. Εκεί μάλιστα έχει επιβιώσει έως τις μέρες μας ο πιο αρχέγονος ίσως τύπος λύρας του ελλαδικού χώρου (οι ντόπιοι το ονομάζουν “γκίκα”). Πρόκειται για μια εξαιρετικά αδρή και “πρωτόγονη” κατασκευή στην οποία ως χορδές χρησιμοποιούνται πλέον σύρματα από φρένα μοτοσικλέτας. Τα “Κετσέκια” του Ποντισμένου είναι έθιμο το οποίο δεν συναντάται σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ. Ποντισμένου: Βρίσκεται Β.Δ. της πόλης των Σερρών και
απέχει από αυτή 32 χλμ. Δήμος Ηράκλειας: 2325028300.
Δημοτικό Διαμέρισμα: 2325023474. Δημοτική Επιχείρηση
Πολιτιστικής Ανάπτυξης και Τουρισμού: 2325025838, 2325025839
ΝΤΕΡΒΕΝΕΣ
Δρώμενο:
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στην Πρώτη, αναβιώνει το έθιμο της “Ντερβένας” (Πυρολατρείας).
Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης των κατοίκων της Πρώτης με ρίζες που χάνονται στο βάθος
του χρόνου. Ξεκινά περίπου δύο μήνες πριν, με την συγκέντρωση πουρναριών από κάθε συνοικία ξεχωριστά.
Στόχος αποτελεί το ποια συνοικία θα πραγματοποιήσει την μεγαλύτερη “Ντερβένα”. Το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, με τη συνοδεία μουσικών παραδοσιακών οργάνων οι κάτοικοι της Πρώτης και των γύρω περιοχών περιοδεύουν στις συνοικίες και ανάβουν μια – μια τις φωτιές (ντερβένες). Το έθιμο συμβολίζει το κάψιμο των παθών, του μίσους, της κακίας και της εχθρότητας των ανθρώπων. Η κορύφωση της εκδήλωσης γίνεται στην κεντρική πλατεία του χωριού με χορούς, άφθονο κρασί, πίττες και παραδοσιακά σαρμαδάκια.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δήμος Πρώτης: Βρίσκεται ΝΑ της πόλης των Σερρών και
απέχει από αυτή 51 χλμ. Δήμος: 2324061204. Διαμονή:
Ξενώνας “Κ. Καραμανλή” 2324061112, Ενοικιαζόμενα Δωμάτια 2324061586
ΚΟΥΡΜΠΑΝΙ
Δρώμενο:
Πρόκειται για ένα πανάρχαιο έθιμο που αναβιώνει στην Αγγίστα και ο πυρήνας του βασίζεται στην έννοια της θυσίας στον άγιο του χωριού. Με τον τρόπο αυτό οι κάτοικοι της περιοχής επιχειρούσαν να εξευμενίσουν τον άγιο τους, για το καλό των ίδιων και του χωριού. Ανήμερα της γιορτής του Αϊ – Γιάννη σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, κοντά στην εκκλησία από την παραμονή σφάζουν το μοσχάρι, το κρέας του οποίου βράζουν σε μεγάλα καζάνια όλη τη νύχτα. Την επόμενη ημέρα μετά τη θεία λειτουργία και αφού πρώτα ο ιερέας ευλογήσει τους πιστούς, το εκκλησίασμα κατευθύνεται στην αίθουσα για να γευτεί το μοσχαρίσιο κρέας που προσφέρεται μαγειρεμένο με πλιγούρι.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Δ.Δ. Αγγίστας: Βρίσκεται ΝΑ της πόλης των Σερρών και
απέχει από αυτή 47 χλμ. Δήμος Πρώτης: 2324061204,
2324061245. Δημοτικό Διαμέρισμα: 2324091515
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ
Δρώμενο:
Τα “χελιδονίσματα” είναι η συνήθεια των παιδιών να τραγουδούν την πρώτη Μαρτίου την άφιξη των χελιδονιών κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμά τους. Ως τραγούδι και ως τελετουργικό εντάσσεται σε έναν ευρύτερο εθιμικό κύκλο της ημέρας αυτής, της Πρωτομαρτιάς, η οποία ως πρώτη ημέρα του χρόνου παλαιότερα, συνδέεται με πολλά δρώμενα μαντικού, μαγικού και λατρευτικού περιεχομένου. Τα “χελιδονίσματα” αναβιώνουν στη Νιγρίτα και σε πολλά χωριά της Βισαλτίας. Τα τελευταία χρόνια χάρη στις προσπάθειες του “Λυκείου Ελληνίδων Σερρών” αναβιώνει και στη πόλη των Σερρών.
Χρήσιμες πληροφορίες:
Λύκειο Ελληνίδων Σερρών: 2321023390, 2321053988



--------------------------------------------------------------------------------------------------------------- 

8.
"Άϊντε, Μπαρμπάδες"!!! - Η παραδοσιακή πάλη στα πανυγήρια των χωριών των Σερρών

Άϊντε, Μπαρμπάδες !!!

Από την εκπληκτική Αρτάνη


- Άϊντε, Μπαρμπάδες!!! Θαρρείς κι έρχεται από τα βάθη του χρόνου η παρότρυνση αυτή των παλαιστών προς τους μετέχοντες. Λίγο πριν πάλεψαν στην παλαίστρα, νίκησαν νίκη τρανή, και τώρα, αφού κάνουν τον γύρο του θριάμβου «ζητούν» οι δύο πρώην αντίπαλοι το μπαχτσίσ’(ι) – (υπόσχεση) με την μαντίλα, λέγοντάς τους: «΄Άϊντε Μπαρμπάδες!!!» χτυπώντας με τσιαλούμ’(ι) - τέχνη του παλαιστή - τους μηρούς…


Και με την Πάλη στην Παλαίστρα της Σκοτούσσας Σερρών, τον Σεπτέμβριο στις 8 μέ 11, κλείνει ο κύκλος των πανηγυριών (παναϊριών) που ανοίγει κάθε χρόνο τον Αϊ - Γιώργη στην Ανθή, Ζωοδόχου Πηγής στην Τερπνή, Aγ. Θωμά, Αγ. Αθανασίου, της Νιγρίτας Σερρών. Ένας κύκλος εορτών τελετουργικών - ανοιχτού χώρου - απόλυτα εναρμονισμένων με την λειτουργική νομοτέλεια, που χρόνια τώρα σ’ αυτόν τον τόπο τελούνται παρά τις όποιες κακοτοπιές. Πράγματι έρχεται από τα βάθη του χώρο - χρόνου και της ιστορίας μας το «Άϊντε Μπαρμπάδες», υπό τους ήχους του γιουρούσ’ χαβασί, διότι τί άλλο θα μπορούσε να σήμαινε το: “Άμες δε γ’εσόμεθα, πολλώ κάρρονες” των Σπαρτιατών, στον όρκο τους προς την Πατρίδα; Ναι, λοιπόν, εμείς σήμερα γίναμε (;) πολύ καλύτεροι δυνατότεροι και ισχυρότεροι από εσάς!


- Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά γκαρντάσια, αδέλφια μου, εγκάρδιοι φίλοι μου. Η ιστορία της πάλης έχει τις ρίζες στην διαχρονική Ελληνική Αρχαιότητα. Σε κάθε οικισμό, σε κάθε πόλη, υπήρχαν μαζί μ’ όλα τ’ άλλα, το Στάδιο και η Παλαίστρα. Σε κάθε οργανωμένη εκδήλωση Θρησκευτικού, Πολιτιστικού περιεχομένου γίνονταν αγώνες Μουσικής, Ποιητικοί, Θεατρικοί, Αθλητικοί μα και αγώνες Πάλης. Η Πάλη που είναι (θεωρείται) εξέλιξη του Παγκρατίου και της Πυγμής, σημαίνει αγώνα σώμα με σώμα δύο ατόμων, που προσπαθούν ο ένας να υπερισχύσει του άλλου. Είναι η συμπλοκή μεταξύ δύο αντιπάλων ομάδων, που η μία προσπαθεί να επιβάλει την θέλησή της επί της άλλης. Ακόμη, Πάλη είναι κάθε αγώνας προς υπερίσχυση, πόλεμος,- με την έννοια και σημασία του παππού μας Ηράκλειτου- διένεξη, συζήτηση που διεξάγεται με δριμύτητα.

Η Πάλη, λοιπόν, ήταν για τους Αρχαίους Έλληνες όχι μόνο σοβαρό αγώνισμα αλλά και σπουδαιότατη άσκηση. Γι’ αυτό

και το πρώτο γυμναστικό ίδρυμα, από την Πάλη «Παλαίστρα» ονομάστηκε, το σύνολο δε της σωματικής αγωγής ονομαζόταν «παλαίειν» (παλεύω ή παλαίβω) εξ ου και παλαιστές ( οι πεχλιβάνηδες, οι πηλιβάνδης, οι πηλιβανοί ).

Η Πάλη ήταν επινόηση της κόρης του Ερμή, Παλαίστρας. Επίστευαν ακόμη οι Αρχαίοι Έλληνες ό,τι την τεχνική της την καθιέρωσε ο Θησέας,

(Θησέας – Μινώταυρος)
ενώ πριν νικούσαν κατά κανόνα, οι ρωμαλεώτεροι και οι ευσωματώτεροι ( Ηρακλής- Ανταίος) και είχαν δύο ειδών πάλη.

Την Ορθίαν Πάλη ή Ορθοπάλην ή Όρθοστάδην και την αλίνδησιν ή κύλισιν. Της πρώτης τελικός σκοπός ήταν να πέσει ο ένας εκ των ανταγωνιστών καταγής, ενώ στην δεύτερη ο αγώνας δεν σταματούσε με την πτώση, αλλά εξακολουθούσε και στο έδαφος (σκάμμα), μέχρις όταν ο ένας εκ των δύο «απηγόρευε», δηλαδή, παραδεχόταν την ικανότητα του μυαλού, την εξυπνάδα και την σωματική δύναμη του αντιπάλου του, μέχρι να πεί «πές ή πέστ’».

...και η Ιστορία ρέει, και μαζί της όλα τριγύρω αλλάζουν με των καιρών τα γυρίσματα, (Ρωμαιοκρατία, κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων και άλλων αγώνων μουσικών, ποιητικών κλπ επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Οθωμανική Αυτοκρατορία), ακμή, παρακμή και επιτέλους... ελεύθερη Πατρίδα.. Ολυμπιάδα ΑΘΗΝΑ 1896 - ΑΘΗΝΑ 2004.. και συνέχεια όσο θα υπάρχουμε.

- Και στην Πάλη πολλά άλλαξαν από τότε, ιδίως οι τεχνικές της, οι κανόνες και η συρρίκνωση της. Κατάφερε όμως να διατηρήσει το αρχέγονο πρωταρχικό της στίγμα και νόημα μέχρι τις μέρες μας. Η χειραψία (χείρ + άπτω), με την είσοδο των παλαιστών στην (αλάνα, αλώνι) – παλαίστρα, και ο χειρετισμός των αντιπάλων Ελληνική επινόηση, σημαίνει πως γυμνός και απαλλαγμένος από κάθε κακιά σκέψη, χωρίς όπλα και με φιλικά αισθήματα έρχομαι να σε παλαίψω και να σε νικήσω. Αυτό μήπως δε κάνουμε και σήμερα «γκαρντάσια» μου στις καθημερινές μας συναναστροφές; Κατάφερε επίσης η Πάλη μέσα από τον Λαό μας να ξεχωρίσουν και να αναδειχθούν διαχρονικά, ικανοί, άξιοι παλαιστές, το εμπέδωσε, το έκανε παράδοση και το μεταλαμπαδεύει από γενιά σε γενιά.


Η παραδοσιακή Πάλη, για την οποία γίνεται λόγος, τελείται ακόμη στα πανηγύρια του Νομού Σερρών (Νιγρίτα-Τερπνή- Σκοτούσσα) και σε χωριά της Θεσσαλονίκης(Σοχός). Για τους φίλους δε του πραγματικού αθλητισμού και ιδιαίτερα της πάλης αποτελεί το ΓΕΓΟΝΟΣ... Δια των αγερμών, εράνων, συνοδεία ορχήστρας Ζουρνάδων και Νταουλιών με τον μπασμά χαβασί (σκοπός που αναγγέλλει την τέλεση της πανήγυρης με όλα τα δρώμενα στους κατοίκους) η «επιτροπή» της πανήγυρης, του οικισμού, χωριού ή κωμοπόλεως περιφέρεται στους δρόμους του χωριού-ων, ημέρες πριν την τέλεση των αγώνων, προκειμένου να εξασφαλίσει τα μπαξίσια υποσχέσεις –τάματα (Παλαιότερα ήσαν Ταύρος-Κριάρι-Αρνί) για όλες τις κατηγορίες των νικητών (μπάσ’ – ορτά 1η κατηγορία, μπουγιούκ’- ορτά 2η κατηγορία , κιουτσούκ’- ορτά, 3η κατηγορία)

Σήμερα κυρίως τα μπαξίσια (υποσχέσεις – τάματα) είναι χρήματα, προσόψια, φανέλες, μαντήλια, λάδι(ελαιόλαδο) κλπ δώρα. Χρησιμεύουν για να σκουπίζουν τον ιδρώτα τους οι παλαιστές (τα προσόψια) και για το «λάδωμα» τους, πανάρχαια συνήθεια κι αυτή. Το ελαιόλαδο τοποθετείται σε σκάφη την ημέρα των αγώνων της Πάλης, από όπου οι παλαιστές πασαλείβονται μεταξύ τους, για να αποφεύγονται οι λαβές, τα χτυπήματα και οι μικροτραυματισμοί. Συνήθεια πανάρχαια και αυτή!.


- Και φτάνει η μεγάλη μέρα που πλήθος κόσμου, άνδρες, γυναίκες κάθε ηλικίας και παιδιά, κατακλύζει τον χώρο της παλαίστρας, (την κερκίδα) για να παρακολουθήσει την Πάλη, τις απογευματινές ώρες. Συνήθως τις πρωινές, της ίδιας ημέρας γίνονται αγώνες ιπποδρομίας, σκοποβολής, ρίψεων, αλμάτων, αγώνες δρόμου, μετά το σχόλασμα της Εκκλησίας. Και παίζουν οι ορχήστρες των ζουρνατζήδων τον γιουρούσ’(ι) χαβασί και τους αμανέδες καθ’ όλη την διάρκεια της πάλης, που βαστά ώρες πολλές, μέχρις ότου οι νικητές και των τριών κατηγοριών νικήσουν τους «αντιπάλους» τους και πάρουν και τα ανάλογα μπαχτσίσια ανά ζεύγη αντιπάλων με την μαντίλα φωνάζοντας προς τους μετέχοντες: ΑΙΝΤΕ ΜΠΑΡΜΠΑΔΕΣ!!!. Πρόσωπο της ημέρας φυσικά, αναδεικνύεται αυτός που πήρε το μπάσ’(ι).


-Όμορφες εικόνας μέθεξης και μυσταγωγίας ζει κανείς, παρακολουθώντας τούτα τα δρώμενα. Εικόνες διαχρονικές που επιμένουν να αντιστέκονται στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης και συμβάλλουν στην διατήρηση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Κομμάτι της ιστορίας μας, της περηφάνιας μας και της λεβεντιάς μας, που έχουμε χρέος να το διατηρήσουμε εις το ακέραιο για τις γενιές που έρχονται. Διότι, τί το ωραιότερο να βλέπεις νέους ανθρώπους φορώντας τα κιουπ’σπέτια να πολεμούν να παλαίβουν, για το ευ αγωνίζεσθαι! Όμως, γκαρντάσια μου, η εποχή που παρατούσε ο παλαιστής το όργωμα, τη σπορά, το δρεπάνι, το λίχνισμα, το περιβόλι, τον τρύγο και το μαντρί για να παλαίψει στην παλαίστρα στο πανηγύρι του χωριού για το γόητρο του χωριού του, της ιδιαίτερης πατρίδας του, και της γενιάς του πάει, έφυγε ανεπιστρεπτί. Φίλη και λάτρις και ‘γω, τουλάχιστον ως προς το θεαθήναι, τώρα πιά , της παραδοσιακής μας πάλης και επειδή «λίαν καλόν εν δράμα οράν βούλομαι» και πιστεύοντας πως ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, έχω να προτείνω προς κάθε κατεύθυνση, τις παρακάτω ταπεινές μου σκέψεις:


- Η επιτροπή πανήγυρης πρέπει να έχει μεράκι, θέληση, όρεξη και στοιχειώδεις γνώσεις οργάνωσης και διεξαγωγής όλων των αγώνων και ιδιαίτερα της Πάλης.

- Εξεύρεση πόρων - γενναίων χορηγιών.
-Καθιέρωση στολών τόσο για την επιτροπή, όσο και για τους «Ελλανοδίκες», κριτές, διαιτητές, γραμματεία.
-Συμμετοχή τριών ή περισσότερων ζυγιών (ορχηστρών) Ζουρνάδων, για να δίνεται η ευκαιρία σε μια τουλάχιστον απ’ αυτές, παράλληλα να ξεκουράζεται για λίγο.
-Συμμετοχή αθλητών - παλαιστών ΜΟΝΟ από αναγνωρισμένα σωματεία αθλητικά και αθλητικούς συλλόγους.
-Δηλώσεις συμμετοχών τουλάχιστον μία εβδομάδα νωρίτερα από την ημέρα της πάλης.
-Προσέλευση των αθλητών με τα χρώματα του συλλόγου - σωματείου τους. Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην στολή τους, στην εμφάνιση και στην όλη τους παράσταση.
-Εξασφάλιση ιατρού - ων (Ορθοπεδικού, γενικής παθολογίας, νοσοκομειακού ασθενοφόρου, τραυματιοφορέων).
-Ευρεία ενημέρωση του κοινού έγκαιρα μέσω του τύπου, ραδιοφώνου, τηλεοράσεως, αφισών κλπ.
-Έμπρακτη συμπαράσταση και αρωγή της Τοπικής, Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και γιατί όχι και της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού- Πολιτισμού, με ειδικούς γυμναστές (ειδικότητα) για την τεχνοοικονομική, υλικοτεχνική υποδομή (παλαίστρες, αποδυτήρια, γυμναστήρια, κερκίδες για τις σημερινές σύγχρονες ανάγκες της).


-Απόδοση τιμών, στους εν ζωή ευρισκομένους, πρωταθλητές παλαιοτέρων εποχών. Ιδιαίτερη πρόσκληση, ιδιαίτερη τιμητική θέση, προσφορά αναμνηστικού δώρου.
-Ανακοίνωση των αποτελεσμάτων κατά κατηγορία (προφορικά - γραπτά σε πίνακα).
-Κλήρωση ζευγαριών δημόσια από την επιτροπή της πανήγυρης σε περίπτωση πληθώρας συμμετοχών ή να προηγούνται αγώνες κατάταξης πάλι με κλήρωση,
την προηγουμένη μέρα.

- Απονομή επάθλων (μπαχτσισιών).
-Ουφ! Έβγαλα το άχτι μ’( άχθος > ψυχικό βάρος ) και δεν απόμ’να ραχατλού στο γιατάκι μ’.-
Υ.Γ. Και για όσους- όσες τυχόν επιμένουν ένθεν και κακείσε των απόψεων και των γνωμών τους, και νομίζουν πως η παραδοσιακή μας πάλη, είναι Τουρκική ή Βουλγαρική κλπ. παραθέτω με σεβασμό καλοπροαίρετα και ταπεινά τα παρακάτω, για εξαγωγή ιδίων συμπερασμάτων:
-Haydi= Άγετε, οδηγήστε, διδάξτε, εκ του Άγω.

-Bay-Bey = ποτίς > κύριος, αφέντης, πατέρας, μπάρμπας.
-Bahsis = ευ Πάσχω > ευεργετώ > φιλοδωρώ > φιλοδώρημα.
-Akardas = εγκάρδιος, φίλος, αδερφός > γκαρντάσ’(ι)
-Yurugus = γύρωση, κύκλωση
-Hava =χαβάς, αγέρας, αέρας
-Zurna = σύριγξ, ζουρνάς, αυλός, φλογέρα.
-Aman = αμάν, αμανές, εκ του Μανιάω > μεθώ με νηφαλιότητα, ζουρλαίνομαι, η Βακχική έμπνευση > μέθεξη.
-Bas’it = βασ’, βάση, αρχή, ένας, πρώτος, πρωταθλητής.
-Κuρ = κιούπ’ > κύπη < κύμβη > δοχείο > κάλυμμα > αγγείο > κύπελο.
-Κιοσελές = κάλυμμα προστασίας μηχανημάτων, εξαρτημάτων, που υπόκεινται σε μεγάλες τριβές και καταπονήσεις.

-Κιούπ’σπέτ’ = δερμάτινη (πέτσινη) περισκελίδα από βύρσα, (βύρσα =ένδυμα των παλαιστών από δέρμα βοδιού ή αρνιού, κατάλληλα επεξεργασμένο και ραμμένο μέχρι τις κνήμες).
-Βύρσα = δέρμα ζώου, το εκδαρέν κατεργασμένο δέρμα, σκύτος = πετσί
-Ahd = Άχθος, άχθος + φέρω (χαμάλης) βάρος, υποχρέωση.
-Rahat = ράθυμος, ραθυμία, ραχάτι, τεμπελιά.
-Yataκ = ‘Ιαυθος, > Ιάσω > ξαπλώνω, ξάπλα, αναπαύομαι.
-Κάρρονες > καρά > το πολύ πολύ δυνατό, καλύτερο, ισχυρότερο.

 Αρτάνη-visaltis.blogspot


 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

9. Η γιορτή του Μυδιού στον Μακρύγιαλο (Κάθε χρόνο, το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου έχει οριστεί να είναι αφιερωμένο στην γιορτή του προϊόντος του μυδιού.)

 

Στη θαλάσσια περιοχή της Βόρειας Πιερίας έχει αναπτυχθεί εδώ και πολλά χρόνια η μυδοκαλλιέργεια σε επαγγελματικό επίπεδο, με διάθεση του προϊόντος τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στην αγορά του εξωτερικού, κυρίως Ιταλία. Παρουσιάζοντας έτσι μια έντονη εικόνα δραστηριότητας και οικονομικής ωφέλειας στον τόπο. 
            Πολλές οικογένειες ντόπιων κατοίκων, καθώς και πολλοί οικονομικοί μετανάστες έχουν λύσει το βιοποριστικό τους πρόβλημα με την απασχόλησή τους στις μυδοκαλλιέργειες. Με την πραγμάτωση δε, του εμπορευματικού σταθμού, θα αναβαθμισθεί ιδιαίτερα ο τόπος, αφού το σημείο επιλογής της κατασκευής του θεωρείται κόμβος της ευρύτερης περιφέρειας για το διαμετακομιστικό εμπόριο.
            Κάθε χρόνο, το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου έχει οριστεί να είναι αφιερωμένο στην γιορτή του προϊόντος του μυδιού.  Για ακόμη μία χρονιά στον Μακρύγιαλο, το Σάββατο 16 και την Κυριακή 17 Ιουλίου 2011, διοργανώθηκαν οι εκδηλώσεις με την επωνυμία «Μυδοχαρά», με σκοπό την προώθηση και προβολή του μυδιού της περιοχής. Ο Δήμος Πύδνας – Κολινδρού, ως διοργανωτής της εκδήλωσης, έχει προγραμματίσει σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων για τις δύο μέρες, οι οποίες εγιναν στην παραλία του Μακρυγιάλου. Συγκεκριμένα, το Σάββατο στις 9 το βράδυ  μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή συγκροτημάτων από την Ουγγαρία, του ποντιακού συλλόγου «Ο Πόντος» και το χορευτικό συγκρότημα Feel the Rhythm της Πηνελόπης Παπαδοπούλου. Την Κυριακή, από τις 10:30 το πρωί, μέχρι τις 13:30 το μεσημέρι, στην Παραλία του Μακρυγιάλου, ο τοπικός σύλλογος και ο δήμος θα προσφέρουν στους επισκέπτες αχνιστά μύδια και τσίπουρο, ενώ στις 20:30, στον ίδιο χώρο,  ξεκινήσαν οι μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή συγκροτήματος από την Ουγγαρία και του φιλανθρωπικού πολιτιστικού συλλόγου Μακρυγιάλου «Η στέγη της αγάπης».
Η Αντιδήμαρχος Δ.Ε. Μεθώνης
Η Αντιδήμαρχος Δημοτικής Ενότητας Μεθώνης του Δήμου Πύδνας – Κολινδρού κα. Παρασκευή Γαβριηλίδου – Ζησιού, απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση προς όλους μας, ώστε να επισκεφθούμε τον Σαββατοκύριακο τον Μακρύγιαλο, για να παρακολουθήσουμε τις εκδηλώσεις και να γευτούμε τα μύδια της περιοχής. Επισημαίνει δε τη σημασία της συγκεκριμένης εκδήλωσης, που σκοπό έχει την προώθηση του τοπικού προϊόντος.

http://pierikosborras.blogspot.com 

 -------------------------------------------------------------------------------------------------------

10. ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΜΩΜΟΓΕΡΙΑ ΞΕΧΥΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ .....

---
Ένα διαφορετικό από τα καθιερωμένα χριστουγεννιάτικο δρώμενο με τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ» θα παρουσιαστεί στους δρόμους της Γλυφάδας από τον Δήμο και την Ένωση Ποντίων Γλυφάδας «Η Ρωμανία» με την συμμετοχή των παιδιών του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών.

Με σημείο εκκίνησης το Δημαρχείο Γλυφάδας, τα παιδιά θα ακολουθήσουν τη διαδρομή των οδών Άλσους – Μεταξά, με τερματισμό τη συμβολή των οδών Λαμπράκη και Μεταξά, ενώ ομάδα του Συλλόγου της Ένωσης Ποντίων Γλυφάδας που θα ακολουθεί, θα προσφέρει στους περαστικούς, παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα ποντιακά εδέσματα και τσίπουρο.

Το χριστουγεννιάτικο δρώμενο θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή στις 18 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 12 το μεσημέρι.

Η ιστορία του ποντιακού δρώμενου
Με ψυχαγωγικό αλλά και κοινωνικό σκοπό, διαδίδοντας το μήνυμα της ομαδικότητας και της συμφιλίωσης, τα ποντιακά μωμογέρια, η πρώτη μορφή θεάτρου που συναντάται στον Πόντο από την αρχαία εποχή, εκτυλίσσονταν κατά την διάρκεια των γιορτινών ημερών στους δρόμους των πόλεων και των χωριών.

Τα μωμογέρια είναι σύνθετη λέξη από το μώμος και το γέρος. Ο μώμος ήταν ο γιος του ύπνου και της νύχτας, προσωποποίηση της κοροϊδίας και της αποδοκιμασίας, ο οποίος αγαπά να πειράζει τους γύρω του.

Ομάδες αποτελούμενες μόνο από άνδρες συμμετείχαν σε αυτό το δρώμενο, το οποίο παρουσιαζόταν καθ’όλη τη διάρκεια των εορτών.

Στην πάροδο των αιώνων, τα μωμογέρια εξελίχθηκαν και ενσωμάτωσαν, ανάλογα με την εποχή, στοιχεία της παράδοσης.

Σήμερα διασώζονται 55 παραλλαγές  του ποντιακού δρώμενου με διαφορετικές ονομασίες και θεματολογία.

Στην σύγχρονη εποχή, τα μωμογέρια παρουσιάζονται  εμπλουτισμένα με αναφορές των σημερινών κοινωνικών προβλημάτων, με κέφι και χιούμορ, αλλά και προβληματισμό, που εξελίσσεται στους δρόμους της πόλης ενσωματώνοντας ακόμη και τους περαστικούς στην αυτοσχέδια θεατρική πλοκή του.

11. Ειρεσιώνη-Ο Πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου

-
Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλίον) είναι κλάδος αγριελιάς (κότινος) στολισμένος με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π., εκτός του μήλου και του αχλαδιού). Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνεχίσεως της γονιμότητας και ευφορίας και κατά το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).

Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν ,περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλένδες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνος.

Ιδού ένα απόσπασμα από τα κάλαντα :
Η Ειρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό, σύκα και αφράτα ψωμάκια που μας τρέφουν και μέλι γλυκό και λάδι απαλό και ξέχειλους κύλικες με καλό κρασί για να μεθύσει και να
κοιμηθεί.
"Τα κλαδιά των δέντρων τα στόλιζαν με άνθη, ταινίες (κορδέλες), έρια (μαλλιά) και μικράς σφαίρας εκ μετάλλου, που παρίσταναν τους πλανήτας, τον Ήλιον και την Σελήνην." Ιστορία της λατρείας του Βάκχου. Χ. Ζανμέρ.
Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου – 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους.

Πρόγονος λοιπόν του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη , όπου μέσω αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι ελλείψεως ελαιοδένδρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που εφύοντο στον κάθε τόπο.
Το έθιμο της Ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό από το θεοκρατικό καθεστώς του Βυζαντίου και απαγορεύτηκε η τέλεσίς του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με την μορφή Χριστουγεννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου από τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Όθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο.
Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο της Ειρεσιώνης υπήρχε πάντα στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, γι αυτόν τον λόγο, το Χριστουγεννιάτικο δένδρο υιοθετήθηκε αμέσως.

(Πηγές : Λεξικό LIDDEL & SCOTT, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, Φινέα Γιορτές Αρχαίων Ελλήνων, περιοδικό ΙΧΩΡ, Γ. Λεκάκης)

Σημείωση : Κότινος = αγριελαία – κοτινάς είναι ο καρπός του κοτίνου.
Κότινος ή Ειρεσιώνη - Κλάδος ελαίας στολισμένος με τούφες λευκού ερίου (μαλλιού) που έδιναν ακριβώς την εντύπωση του "βάμβακος". "Είρια από ξύλου", "δενδρόμαλλον"
Cotton ή coton διεθνώς σημαίνει το βαμβάκι, βαμβακερόν κ.λ.π
Στην Γερμανική είναι Baum-Wolle .Δηλαδή "έριον δένδρου". Ο συνειρμός είναι εκ του Κοτίνου : "είρια από ξύλου".

Πηγή : ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ-ΠΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΟΓΟ της ΑΝΝΑΣ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ- 

 

No comments:

Post a Comment

Only News

Featured Post

Trump: Now we’re backing "rebels" against Syria, and we have no idea who these people are

If the United States were to attack Assad, "we end up fighting Russia, fighting Syria," Trump told The Wall Street Journal in...